Αντιγόνη Ηλιάδη, Το μυστικό πρότζεκτ

Η Βαρβάρα είναι ένα κορίτσι που κάθεται πάντα στο τελευταίο θρανίο. Ζωγραφίζει σχεδιάκια καρδούλες παντού. Στα βιβλία, στα διαγωνίσματα, στα χέρια της, στα τετράδιά της, στο θρανίο. Το μαρκαδοράκι της είναι μαύρο και ανεξίτηλο. Πηγαίνει στο μάθημα με την μωβ τσάντα της. Πάνω έχει κολλήσει κονκάρδες με διάφορα συγκροτήματα. Της αρέσουν οι Ramones. Διαβάζει βιβλία με χαϊκού. Πηγαίνει στην βιβλιοθήκη κάθε Παρασκευή και Σάββατο. Τα δανείζεται την Παρασκευή, τα επιστρέφει το Σάββατο. Δεν έχει αδέρφια. Θα ήθελε να έχει. Να της κάνουν παρέα. Ζει με τη μαμά της. Το δωμάτιό της είναι και αποθήκη παλιών ρούχων και πραγμάτων από το προηγούμενο σπίτι τους. Το περιποιείται όμως και το κρατάει, όσο γίνεται, καθαρό. Έχει βάλει όλα τα ρούχα και τα πράματα στη μια πλευρά του δωματίου. Στην άλλη έχει αφίσα με τους Ramones και σχεδιάκια που έχει κάνει με το μαρκαδοράκι της. Ο μπαμπάς της δεν θέλει να την ξέρει. Οι γονείς της πήραν διαζύγιο, όταν η Βαρβάρα ήταν έξι χρονών. Στα δεκατέσσερά της, δεν την ενδιαφέρει πού είναι ο μπαμπάς της. Έχει αποδεχθεί πλέον την κατάσταση. Χωρίς μπαμπά είναι καλύτερα. Δεν ζηλεύει τα άλλα παιδιά. Απορεί γιατί να χρειάζονται οι μπαμπάδες.

Η μαμά της μπορεί να διαφωνεί λίγο σε αυτό. Πίνει κάποιες φορές. Αγοράζει τα μπουκάλια και τα χώνει μέσα στα λαχανικά και τα κορν φλέικς για να μη φαίνονται. Το αγαπημένο της είναι η φθηνή βότκα των Λιντλ. Η βότκα είναι διάφανη και μοιάζει με νερό. Αλλά η Βαρβάρα το βλέπει κάθε φορά το μπουκάλι. Καταλαβαίνει πότε η μαμά της πίνει και πότε όχι. Τα ξέρει όλα. Η μαμά της προσπαθεί να το κρύψει. Το φέρνει σπίτι σε πλαστική σακούλα, χωμένη μέσα στη μεγάλη τσάντα της. Κάνει μερικές δουλειές. Για να φανεί απλώς ότι κάνει κάτι. Ή για να ξεχαστεί. Φωνάζει τη Βαρβάρα και της δίνει διαταγές. Την αποκαλεί βουβάλα. Της λέει ότι δεν νοιάζεται για τίποτα μέσα στο σπίτι. Η Βαρβάρα τρέχει. Πλένει τα πιάτα. Βάζει πλυντήριο, περιμένει να τελειώσει, βγάζει τα ρούχα, τα απλώνει, περιμένει να στεγνώσουν, τα μαζεύει, τα διπλώνει, τα βάζει στη θέση τους. Η μαμά της, στο μεταξύ, λέει ότι πρέπει να πιει κάτι. Έχει κουραστεί. Ήταν δύσκολη μέρα στην δουλειά. Κάνουν συνέχεια τα ίδια πράγματα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Πρέπει να χαλαρώσει. Πίνει. Δεν κάνει φασαρίες. Κάθεται ήσυχη σαν μωρό. Βλέπει τηλεόραση, διαβάζει άρλεκιν που δεν αρέσουν στη Βαρβάρα, βγαίνει έξω καμιά φορά με τις φίλες και τους φίλους της. Κοιμάται νωρίς, γιατί δουλεύει σε ένα εργοστάσιο επίπλων. Είναι αυτή που κάνει τα ραψίματα και τα δέρματα πάνω στα έπιπλα. Η υφαντουργός. Σύντομα θα πάρουν μηχανή για να τα κάνει αυτά. Το αφεντικό της είπε ότι θα τη διώξουν. Η μαμά της Βαρβάρας περιμένει τη μηχανή. Την αντικαταστάτριά της. Θα τη διώξουν και το ξέρει. Μέχρι τότε, δουλεύει πολλές ώρες. Έχει γεράσει σε αυτή τη δουλειά. Δεν κάνει τίποτα άλλο. Δεν γελάει ποτέ. Είναι ανήσυχη και αγχώνεται συνέχεια. Φορτώνει τη Βαρβάρα συνέχεια, με δουλειές και κατηγορίες.

Η Βαρβάρα κάθεται συχνά στον καναπέ. Περιμένει συνήθως τη μαμά της από τη δουλειά. Μέχρι αυτή να έρθει, βλέπει τηλεόραση. Της αρέσουν οι εκπομπές μαγειρικής. Μερικές φορές, γράφει τις συνταγές και τις φτιάχνει. Ξέρει να μαγειρεύει φασολάκια, μπριάμ, φακές, αυγά, πατάτες γιαχνί, φυσικά μακαρόνια, φασολάδα και πάρα πολλά ακόμα. Έμαθε να μαγειρεύει από τα εννιά, γιατί η μαμά της βαριόταν. Ό,τι φτιάχνει το καταβροχθίζει με ικανοποίηση. Με μπόλικο τυρί, λάδι, αλάτι και ψωμί. Πίνει αναψυκτικά για να πίνει κάτι. Της αρέσει η κόκα κόλα. Μπορεί να πάει να αγοράσει και καμιά πάστα, αν της αφήσει χαρτζιλίκι η μαμά της.
Το ζαχαροπλαστείο στη γωνία της κεντρικής οδού, λίγο πιο κάτω από το σπίτι της, είναι το καλύτερο. Έχουν όλων των ειδών της πάστες. Και της φέρονται πολύ ευγενικά και γλυκά. Οι πωλήτριες είναι ψηλές και όμορφες. Χαμογελάνε συνέχεια και παίζει ωραία μουσική, παλιά τζαζ. Της αρέσει και η τζαζ, αλλά δεν το έχει ψάξει πολύ ακόμα. Το ζαχαροπλαστείο είναι σαν μικρός παράδεισος φτιαγμένος από ζάχαρη. Τα ράφια είναι πάντοτε γεμάτα. Σοκολατίνες, καριόκες, μπλακ φόρεστ, τσίζκεϊκ, προφιτερόλ, τουλούμπες, μπακλαβάδες, όλα τα σιροπιαστά και μπισκότα, γεμιστά, αμυγδαλωτά με κανέλα, με κομμάτια σοκολάτας, με άρωμα πορτοκάλι. Όταν η μαμά της θυμάται να της δώσει τα είκοσι ευρώ της εβδομάδας, τα δίνει όλα στα γλυκά. Τα γλυκά την κάνουν ευτυχισμένη και πλήρη. Έστω για λίγο.

Η Βαρβάρα δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει. Θα της άρεζε να κάνει ξιφασκία, αλλά δεν έχουν πολλά λεφτά. Βαριέται το σχολείο. Το σχολείο είναι χάλια. Της αρέσει να ακούει μουσική στο Mp3 της. Όλα τα παιδιά έχουν i-phones και android κι αυτή έχει ξεμείνει στο Mp3. Δεν είναι στη μόδα. Δεν έχει παρέες. Φοράει αιλάινερ, φτιάχνει τα μαλλιά της πάντοτε σε γαλλική πλεξούδα. Έχει μάθει να την κάνει μόνη της. Είδε πώς σε ένα βίντεο στο ίντερνετ. Φοράει μεγάλα και συνήθως σκούρα ρούχα, γιατί έχει μεγάλο σώμα. Αυτό είναι και το πρόβλημα. Πάντα. Όχι το δικό της. Των άλλων. Ενοχλεί. Δεν αρέσει. Δεν είναι καλό. Δεν είναι υγιεινό. Δεν είναι σωστό. Δεν είναι όμορφο. Δεν είναι ευχάριστο. Δεν είναι ευγενικό. Την κοιτάνε όλοι περίεργα κι αυτοί που δεν τις λένε τίποτα, τη λυπούνται ή χαίρονται που είναι πιο αδύνατοι. Η Βαρβάρα κοιτάει συχνά στον καθρέφτη. Νιώθει πιο άσχημα. Αλλά συνεχίζει να κοιτάει. Λέει στον εαυτό της συνέχεια ότι είναι πανκ ρόκερ και δεν την νοιάζουν αυτά. Η πανκ αποδέχεται τα φρικιά. Αυτή είναι φρικιό. Να πάνε να γαμηθούνε όλοι. Της αρέσει να φοράει μεγάλα τι σερτς με συγκροτήματα. Έχει ένα με τους Ramones, γκρι και μαλακό και δεν θέλει να σταματήσει να το φοράει. Το έχει λιώσει. Το πλένει, φοράει ένα άλλο. Και περιμένει να πλυθεί. Το στεγνώνει με το πιστολάκι και το ξαναφοράει. Συνέχεια αυτό. Γιατί λατρεύει τα μπλουζάκια με συγκροτήματα. Φοράει τσιμπιδάκια στα μαλλιά για να πιάνουν την πλεξούδα της. Και πολλά μαύρα βραχιόλια. Πλεκτά, σχοινάκια, πλαστικά. Οι καρποί της είναι γεμάτοι. Θέλει να τη λένε Judy, γιατί κι αυτή είναι πανκ ρόκερ.

Τα βράδια, ειδικά του καλοκαιριού, δυσκολεύεται να κοιμηθεί. Γι’ αυτό τρώει παραπάνω. Στο σχολείο, στα διαλείμματα κάθεται μόνη της γιατί δεν έχει παρέα. Αλλά ακούει μουσική και παρατηρεί τους άλλους. Είναι όλοι βαρετοί και πηγαινοέρχονται σαν κοιμισμένα πρόβατα. Δεν τρώει στο σχολείο κι αν το κάνει πάει στις τουαλέτες και ανοίγει το σάντουιτς ή τη σοκολάτα που έχει πάρει και κλέβει δαγκωνιές. Αν τη δούνε να τρώει θα την κοροϊδέψουν. Θα την πιάσουν επ’ αυτοφώρω. Προτιμάει να είναι διακριτική και να κρύβεται.

Ήταν μια Τετάρτη μεσημέρι, όταν η Βαρβάρα για πρώτη φορά είδε αίμα στο βρακί της. Γύρισε από το σχολείο. Άπλωσε την τσάντα της στον καναπέ κι άνοιξε την τηλεόραση. Σκόπευε να περιμένει τη μαμά της. Άνοιξε το ψυγείο πήρε μια κόκα κόλα και ένα περιοδικό και διάβασε για το πώς να αποκτήσετε σώμα παραλίας με δέκα πανέξυπνους τρόπους. Ευεξία, υγεία κι ευτυχία. Τι έκανε η Kate Moss στην πασαρέλα. Πώς να κάνετε τους άνδρες να λιώνουν για εσάς. Δέκα και ένας τρόποι για να αποκτήσετε το ιδανικό σώμα για το καλοκαίρι. Το περιοδικό δεν της άρεζε καθόλου. Της ερχόταν να ξεράσει με αυτά που διάβαζε. Διαβάστε ένα τέτοιο περιοδικό για να σας έρθει να ξεράσετε ό,τι φάγατε και θα αδυνατίσετε στο λεπτό. Η μάνα της διάβαζε μόνο σκουπίδια. Το παράτησε μετά από καμιά δεκαριά σελίδες. Έβαλε λίγο τσίλι με πατατάκια και άνοιξε τη μουσική τέρμα.

Πήγε να κατουρήσει. Ένιωθε λίγο περίεργα εκείνο το πρωινό. Κάτω της. Σαν να κατουριόταν πολύ. Σαν να γαργαλιόταν η κοιλιά της. Είδε το μπάνιο με τα ξερατά της μάνας της από το προηγούμενο βράδυ. Πήρε τη σφουγγαρίστρα και τα καθάρισε λίγο προσεκτικά. Έπειτα έφτιαξε τα μαλλιά της και τα τσιμπιδάκια της. Κατέβασε το βρακί της. Κάθισε στη λεκάνη. Ξαφνικά συνέβησαν όλα. Αίμα. Στο βρακί της, το γαλάζιο με την καρδούλα από έξω που έλεγε WEDNESDAY. Τα βρακάκια αυτά της τα είχε πάρει η μάνα της. Είχαν τις μέρες της εβδομάδας. Άρχισε να κλαίει και να πανικοβάλλεται. Ήξερε τι ήταν. Αλλά δεν το είχε ξαναδεί. Περίοδος. Όλα τα κορίτσια της ηλικίας της είχαν. Σε αυτήν είχε αργήσει. Η μαμά της δεν της είχε μιλήσει. Το είχε ψάξει στο ίντερντετ, όπως και όλα όσα δεν ήξερε. Μην φοβάσαι, έλεγαν στο φόρουμ. Φόρα σερβιέτα ή ταμπόν. Είχε δει τις οδηγίες για να είναι έτοιμη. Αλλά τώρα ήταν εκεί. Υπήρχε αίμα στο βρακί της. Κοίταξε τον καθρέφτη του μπάνιου και είδε την εαυτή της να κλαίει. Ήταν χοντρή και άσχημη. Ήταν το χειρότερο πλάσμα του κόσμου. Δεν άρεζε σε κανένα αγόρι πριν. Και τώρα που θα πέθαινε ακόμα χειρότερα. Ήλπιζε να μην πεθαίνει. Να είναι απλά η περίοδος. Ναι. Περίοδος ήταν μάλλον. Κατάπιε μετά δυσκολίας. Το αίμα βρωμούσε. Ήταν άσχημο. Δεν ήθελε να το βλέπει. Έβγαλε το βρακί της, το έβαλε στα σκουπίδια, κάτω από τα χαρτιά για να μη φαίνεται. Πήρε ένα άλλο από το δωμάτιό της, τρέχοντας. Δεν μπορούσε να ακούσει τους Ramones τώρα. Ο κόσμος της είχε διαλυθεί εντελώς.

Σκέφτηκε ότι θα την κοροϊδεύουν στο σχολείο. Ότι θα τη μυρίζουν όλοι και θα τη δείχνουν με το δάχτυλο όταν πηγαίνει στην τουαλέτα. Σκέφτηκε ότι θα είχε πολλές ασθένειες. Θα κολλούσε ίσως AIDS. Θα πέθαινε. Μπορεί να τη βίαζαν. Ή να της έκαναν κακό. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά. Η Βαρβάρα ένιωθε ξεχωριστή. Και ήταν. Για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς της ερχόταν στη μνήμη συνέχεια. Όμως δεν ήθελε να τον σκέφτεται.

Όμως θυμήθηκε. Τον καθηγητή των καλλιτεχνικών. Τον κύριο Λάμπρο. Ο κύριος Λάμπρος ήταν ένας μεσήλικας καθηγητής Γυμνασίου. Φορούσε γυαλιά στρόγγυλα σαν του Χάρι Πότερ. Ήταν ψηλός και πάρα πολύ αδύνατος. Άπλωνε συνεχώς τα χέρια του παντού και μιλούσε με περίεργα ψιλή φωνή. Του άρεσαν τα ριχτά πουκάμισα και τα στενά παντελόνια. Τον έλεγαν καλλιτέχνη, επειδή είχε κάνει εκθέσεις και ήταν διάσημος. Η Βαρβάρα τον θυμόταν πολύ καλά τον κύριο Λάμπρο. Όχι γιατί είχε κάνει εκθέσεις και είχε τη φήμη που είχε. Η Βαρβάρα τον είχε γνωρίσει, αλλά αλλιώς. Τον θυμόταν τον κύριο Λάμπρο. Θυμόταν τα πάντα που της είχε κάνει. ΘΥΜΟΤΑΝ. Της είχε πει στην αρχή πως είχε ταλέντο στα καλλιτεχνικά. Κι ότι θέλει να τη γνωρίσει περισσότερο.

Καθόταν μόνη της στο θρανίο. Δεν της είχε ξαναμιλήσει ποτέ άνδρας έτσι. Αυτός ερχόταν από πάνω της και την κοιτούσε πολλή ώρα. Καθόταν και δίπλα της καμιά φορά. Ήταν περίεργος. Την κοιτούσε έντονα. Αποκρουστικός. Γλοιώδης. Με τη βρωμερή ανάσα του να φτάνει στα ρουθούνια της. Το πόδι του να ακουμπάει επίτηδες το χέρι της. Το χέρι του να πειράζει τα μαλλιά της. Της έλεγε ότι έκανε πολύ ωραία πλεξούδα. Κανείς δεν της το είχε πει αυτό. Κανείς δεν είχε προσέξει τα μαλλιά της. Ο κύριος Λάμπρος τα πρόσεξε. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Της έβαζε είκοσι, ακόμα κι αν έκανε μια μουντζούρα. Της έλεγε ότι οι ζωγραφιές της του θυμίζουν τον Πικάσο. Φαινόταν πως λέει ψέματα. Η Βαρβάρα έκανε όντως μουντζούρες. Για να δει τι θα πει. Και πάλι τα ίδια έλεγε αυτός. Ταλέντο. Μεγάλο ταλέντο. Ήταν ψεύτης. Την πίεζε να μένει μέσα στα διαλείμματα. Και της μιλούσε όση ώρα μπορούσε. Αυτή τον κοιτούσε. Κοιτούσε τη φαλάκρα του και τα αραιά μαύρα γένια του. Τις τρίχες στη μύτη του και τα ξεραμένα χείλια του. Τον σιχαινόταν. Τον κοιτούσε έντονα και τον περιεργαζόταν.

Υπήρχαν στιγμές που ξεχνιόταν με τον κύριο Λάμπρο. Ήταν ο μόνος που της μιλούσε τόσο πολύ. Φαινόταν πως την ήθελε, πως ήθελε κάτι παραπάνω από αυτήν. Μετά από ένα μάθημα της είπε ότι πρέπει να παραμείνει κι άλλο στο σχολείο. Και ίσως αυτό να γίνεται γενικά κάποιος φορές. Έπρεπε να μείνει, της είπε. Κι αυτή τον υπάκουσε. Είχαν φύγει όλοι. Η διευθύντρια είχε δώσει την άδειά της. Ο κύριος Λάμπρος ήταν καλλιτέχνης. Χαμογελούσε με τα ολόισια δόντια του και η διευθύντρια του έδινε ό,τι της ζητούσε. Ο κύριος Λάμπρος είχε ζητήσει από τη Βαρβάρα να μείνει παραπάνω. Και η διευθύντρια το επέτρεψε. Αυτός την περίμενε. Στο τέλος του μαθήματος μείνανε μόνοι τους στην αίθουσα και δεν την άφησε να φύγει. Την έβαλε να σταθεί όρθια μπροστά του. Της έσιαξε τους ώμους. Την άγγιζε με τα χέρια του. Της είπε ότι θα κάνουν ένα πρότζεκτ.
Το πρότζεκτ ξεκίνησε. Η Βαρβάρα δεν είχε ξανακούσει τέτοιο πρότζεκτ. Ήταν η πρώτη της φορά. Δεν υπήρχαν μπογιές, δεν υπήρχαν χαρτιά, πινέλα, παλέτες και μολύβια. Υπήρχε μόνο ο κύριος Λάμπρος και τα χέρια του. Τα χέρια του στον κώλο της. Τα χέρια του στο στήθος της. Τα χέρια του στα πόδια της, στο στομάχι της, στην πλάτη της, στο πρόσωπό της. Τα χέρια του. Πάνω της. Τον σιχαινόταν.

Αλλά δεν μπορούσε να πει όχι. Δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Είχε σφηνώσει. Είχε σταματήσει. Η καρδιά της. Πονούσε το κεφάλι της. Πιεζόταν. Δεν ήξερε σε ποιον να το πει. Η μαμά της. Η μαμά της δεν μπορούσε να προσέξει τον εαυτό της. Είχε δουλειές. Είχε να σκεφτεί άλλα πράγματα. Οι κυρίες του ζαχαροπλαστείου. Ούτε αυτές. Αυτές θα το έλεγαν παντού. Θα γινόταν ρεζίλι. Δεν θα ήταν σωστό. Δεν θα ήταν. Η Βαρβάρα δεν ήταν σαν τα άλλα κορίτσια. Φοβόταν. Πολύ. Δεν ήξερε τι να κάνει. Γυρνούσε σπίτι της, κλεινόταν στο δωμάτιό της και έβαζε τέρμα τη μουσική. Ήθελε να μη σκέφτεται. Να σταματήσει εντελώς.

Το πρότζεκτ διήρκησε κάποιον καιρό. Ήταν ένα διαρκές βασανιστήριο. Μέχρι που ο κύριος Λάμπρος πήρε μετάθεση σε άλλη πόλη κι εξαφανίστηκε μια μέρα. Η αίθουσα είχε γίνει ο εφιάλτης της Βαρβάρας. Κάθε φορά που τελείωνε το σχολείο, έκανε να φύγει. Αλλά πάντα ο κύριος Λάμπρος την περίμενε στην πόρτα. Όλοι ήξεραν ότι η Βαρβάρα ζωγράφιζε για το πρότζεκτ και ότι ο κύριος Λάμπρος ήταν ο καλλιτέχνης. Η διευθύντρια έδινε στον κύριο Λάμπρο την άδειά της. Κι αυτός έλεγε στη Βαρβάρα, ότι αν πει σε κανέναν για το μυστικό πρότζεκτ, θα τη διώξει από το σχολείο και θα τη βγάλει τρελή. Της είχε δείξει τον πούτσο του και τον είχε χαϊδέψει μπροστά της. Της ζητούσε να τον χαϊδέψει. Να τον τρίψει. Ήταν μακρύς, λεπτός και πολύ άσπρος. Κάποιες φορές ήταν μαλακός και άλλες σκληρός. Τον σιχαινόταν. Ήταν μεγάλος. Σαν τη μαμά της και πιο πολύ. Τον μίσησε. Ευτυχώς, δεν έγινε τίποτα άλλο. Εκείνος πήρε μετάθεση κι έφυγε. Το πρότζεκτ δεν τελείωσε ποτέ. Πήγε αλλού. Σε άλλη. Σε άλλες. Να ξεκινήσει νέα πρότζεκτ.

Η Βαρβάρα ένιωθε προδομένη. Από την εαυτή της. Από το φύλο της. Θυμήθηκε πώς την κοίταζαν οι άλλοι. Αυτή που την αποκαλούσαν χονδρή ή φακλάνα. Αυτή που οι βλάκες τη βρίζανε για το βάρος της. Όμως αυτήν είχε επιλέξει ο κύριος Λάμπρος. Για το μυστικό του πρότζεκτ. Η Βαρβάρα από τότε που έκανε το πρότζεκτ με τον κύριο Λάμπρο δεν ήθελε να μεγαλώσει. Γίνε γυναίκα. Τόσο το καλύτερο. Συνέχεια. Όλοι το λένε. Σου λένε ψέματα. Ότι όλα θα πάνε καλά. Ότι όλα θα λειτουργήσουν. Δεν ήθελε να γίνει γυναίκα. Δεν ήθελε να είναι αυτή που ήταν. Δεν ήθελε να έχει κοιλιά και να την κοροϊδεύουν. Ήθελε να χάσει τα κιλά της. Ή να ηρεμήσει. Ήθελε να ελευθερωθεί. Όλοι ήταν ηλίθιοι. Δεν καταλάβαιναν τίποτα. Δεν ήξεραν. Τους απεχθανόταν όλους. Τα δάκρυά της τρέχανε ποτάμι. Θα έσπαγε με χαρά τον καθρέφτη. Με το σκληρό σαπούνι για το πρόσωπο. Ή την κολόνια που έκλεβε από τη μάνα της. Ή ακόμα καλύτερα το σαμπουάν που είχε για την πιτυρίδα. Ή την πέτρα που είχαν φέρει από την παραλία, μια φορά από τις έντεκα που είχαν πάει με τη μάνα της στην Επανωμή. Πήρε την πέτρα στο χέρι και την άφησε την επόμενη στιγμή. Δεν άξιζε. Τα πράγματα είναι τόσο κενά. Θα την έβριζε η μάνα της. Θα την έκανε να νιώθει ακόμα πιο άσχημα. Θα την ξέσχιζε. Κατέληξε. Θα άφηνε τον καθρέφτη έτσι και θα έκανε πως δεν βλέπει πώς είναι.

Δεν ήθελε να σκέφτεται. Μπήκε στο ντουζ κι έκανε μπάνιο με κρύο νερό. Αυτή θα γινόταν πωλήτρια σε ζαχαροπλαστείο ή ζωγράφος. Ναι. Σίγουρα. Πώς. Όλοι κάνουν όνειρα. Καμία γυναίκα δεν γίνεται αυτό που θέλει. Η κυρία Αναστασία στο ζαχαροπλαστείο ήθελε να γίνει χορεύτρια. Γνώρισε άνδρα κι έκανε παιδιά. Η μαμά της ποτέ δεν ήθελε να δουλεύει σε εργοστάσιο. Γνώρισε άνδρα κι έκανε παιδιά. Άρχισε να νιώθει αφόρητους πόνους. Ο κύριος Λάμπρος ήταν καλλιτέχνης κι έκανε πρότζεκτ. Λύγισε στα δυο, γιατί δεν άντεχε. Ήθελε να πεθάνει. Η Βαρβάρα δεν ήταν όμορφη. Οι όμορφες μόνο πηγαίνουν καλά. Οι όμορφες γίνονται ηθοποιοί και σταρ και έχουν άνδρες και δεν έχουν παιδιά. Οι όμορφες είναι πετυχημένες, στα περιοδικά, στον κόσμο, στο σούπερ μάρκετ, στις διαφημίσεις, στις ταινίες. Παντού. Όμορφες παντού.

Η Βαρβάρα είναι μικρή. Και δεν θέλει ποτέ να μεγαλώσει.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s