Ειρηναίος Μαράκης, Πέντε ποιήματα

κόκκινα μάτια

κόκκινα τα μάτια μας
όχι από την αγρύπνια
όχι από τον φόβο του θανάτου
αλλά γιατί πάνω στα τραγούδια μας
σκοποβολή παίζουν
στρατιωτικοί και ταγματασφαλίτες 
μαζί με αυτούς που τα μελοποίησαν
και μπιρ παρά τα ξεπουλούν
σε ανίερες συναλλαγές κι επικοινωνίες, 
όχι σύντροφε, μην ανησυχείς
κόκκινα δεν είναι τα μάτια μας
από τον φόβο του θανάτου
έτσι κι αλλιώς, όλοι κάποτε θα πεθάνουμε
και οι βασανισμένοι και οι βασανιστές,
κόκκινα είναι απ’ την ντροπή
που δεν τα προστατέψαμε
από τους νοσταλγούς της Μακρονήσου

***

αντιεθνικιστικό

πρωί Κυριακής στην πλατεία

κουλούρι Θεσσαλονίκης, τσιγάρο, καφές ελληνικός

φωτίζει ο ήλιος τα σκοτεινά πρόσωπα

ψάχνοντας σε μέρες πονηρές

μια δόση ελευθερίας,

στρίβω το βλέμμα, λίγο πιο ‘κει

μεγαλέξανδροι, παπάδες, σοβαροί καθηγητές

λόγους βγάζουν πύρινους, χριστιανικούς

για πόλεμο μιλούν και για αίμα,

α, κι εγώ που κάποτε νόμιζα

πως όλα αυτά ήταν πια μόνο ιστορία

στα κρυφά λαδώνω το περίστροφο

-ποτέ δεν ξέρεις που θα χρειαστεί-

κι ευθύς πάω περιφρούρηση

στην απεργία

***

αποκαθήλωση

η ζωή τραβάει την ανηφόρα

σε εθνικιστικά συλλαλητήρια 

χέρι χέρι με απογόνους ταγματασφαλιτών 

πάνω από τα πτώματα των εξόριστων 

πάνω απ’ τους βασανισμένους

φτύνοντας εκεί που κάποτε προσκυνούσε 

στη Γυάρο, στη Μακρόνησο, στην Ικαριά, 

ας είμαστε όμως ειλικρινείς, αδερφέ μου 

όταν μια ολόκληρη ζωή

υμνείς το λαϊκοπατριωτικό έναντι του ταξικού

στο τέλος πάντα καταλήγεις

ουρά του φασισμού

***

πλατεία Βικτωρίας

ο καπνός σου ανεβαίνει στο φεγγάρι
με λίγα κέρματα στην τσέπη
ανάλαφρα να κουδουνίζουν
αναρωτιέσαι αν σ’ αγαπά, αν σε θυμάται,
ο Νικ Κέιβ στο ραδιόφωνο αναπαράγει τη σκέψη σου
ή μήπως εσύ αντιγράφεις αλλότρια συναισθήματα
αναρωτιέσαι, αέρας σηκώνεται βαρύς, αφρικάνικος
σαρώνει υπόστεγα και σκηνές μεταναστών στην πλατεία
τρέχουν να κρυφτούν οι άνθρωποι
αλλά δεν έχουν τόπο
βρέχει, αργά, σιγά και βασανιστικά, σβήνει το τσιγάρο
χάνεται ο καπνός, υγρή σκόνη γίνεται
στους ώμους των φτωχών
χλωμό το φεγγάρι, ένα ροκ κομμάτι
σε βυθίζει περισσότερο στη μελαγχολία σου
τρέχεις, βοήθεια δίνεις όσο μπορείς, ένα παιδί αγκαλιάζεις
το παιγνίδι του χαμένο στη λάσπη
σαν νεκρός στρατιώτης στα χαρακώματα
σαν γεροντική ανάμνηση, σαν αγνοούμενος πολέμου
κλαίει το παιδί, ξαπλώνει στην αγκαλιά σου, κρυώνει
τραγικές φιγούρες μέσα στη βροχή,
δυο σώματα σ’ ένα, τρέχετε
η φωτογραφία σας αύριο πρωτοσέλιδο θα είναι
στα διεθνή πρακτορεία
κι εσύ, με τσιγάρο και πάλι,
σε κάποια συνέλευση αλληλέγγυων
μόνη θα σκέφτεσαι πως αν αντέξει το παιδί
τότε υπάρχει ελπίδα

***

παρακμή

έγινε η Ποίηση

ντεκόρ

στις νεοφιλελεύθερες ανησυχίες σας

έχασε την ψυχή της

παιγνίδι έγινε 
θυσία στους ισολογισμούς

προϊόν προς πώληση 

και ανταλλαγή 

με νέους ποιητές 

που με το παλιό συντάσσονται 

με την παρακμή 

λίγα ψίχουλα αναγνώρισης 

ζητιανεύοντας 

απ’ τους καταξιωμένους 

που ποντάρουνε 

στον θάνατο 

μήπως και το έργο τους 

αποκτήσει αξία 

για να διδάσκεται 

αύριο στα σχολεία 

ως έργο εθνικό 

ως έργο αναγκαίο 

για τις επόμενες γενιές, 

έγινε η Ποίηση 

παρηγοριά του εγωισμού σας 

έχασε την φωνή της 

στα μονοπάτια του κόσμου 

ξυπόλυτη, με σημαία της

μια φούστα γαλανόλευκη 

ψάχνει να βρει 

τον άνθρωπο

αλλά άνθρωπος πια 
δεν υπάρχει

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s