Βασίλης Ζηλάκος, Από το “Νερά γελούνε”

Άποκοιμιέται
μέ μιά μαύρη πινελιά
ή παπαρούνα.

Τον Οίκο ποθεί
κρυμμένο σεληνόφως.
“Αχαρη τύχη.

Τα δάκρυά μου
καρφώνουν τά άστέρια.
’Αχ, τό παρελθόν.

Σαν πορσελάνη.
Καί πηγαίνω στην μάχη
μέ τό άλογο.

Βουνά συννέφων.
Ό Βασιλιάς Ούρανός
μες στα ξέφτια του!

Ήρθε τό μαΰρο
ξεχτένιστο κοράκι.
Ό κτηματίας.

Τον μέγα Κόσμο
άδεια κελύφη τηρούν,
νωθρό ψαρόνι.

Δεν έχει στόμα
μάτια, αυτιά και μύτη.
Τραγουδά πάντως.

Σύννεφα-παιδιά
χτυπάνε παλαμάκια.
«’Αντίο, φίλοι.»

’Ώ δυστυχίες!
’Ώ των στητών λειψάνων
τρεμουλιάσματα!

Καλώς τήν μπόρα!
Πλέον οί μουγκοί έραστές
μόνο θά σωθούν.

Άδειο μέταλλο.
Κτυπώντας το σκέφτομαι
τό μοναστήρι.

Ή βροχή σιωπά.
Γράφει το χωρίς μέλλον
διήγημά της.

Τό κύμα σπρώχνει
ελάχιστο μυρμήγκι.
Γιατί γυρίζει;

Χθινοπώριασε.
Τό κρέας τής θάλασσας
ή μικρή άκτή.

Τό πυκνό πουλί…
Μέσα στο νερό
γυμνώθηκε τελικά.

’Ονείρων χλόες οί άστεφάνωτοι
παράλυτοι νεκροί

*Από τη συλλογή “Νερά Γελούνε”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2017.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s