Παναγιώτης Μηλιώτης, Δύο ποιήματα

Για τους κατατρεγμένους

ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΤΡΕΓΜΕΝΟΥΣ σε όψιμο,
απαρασιώπητο,
αχτιδοβόλο
δεσμ
ό
Paul Celan

Σκύψε αν μπορείς στο λευκό χαρτί
ξεχνώντας το ποδοβολητο που σάρωσε τα όνειρά σου.

Θυμήσου αν μπορείς τη μέρα, τον τόπο, την επιθυμία
και άνοιξε το στόμα σου να φύγει σαν το πουλί
που πέρασε μέσα από τις Συμπληγάδες.

Καταλήξαμε βρεγμένοι σ’ ένα υπόστεγο
που εξείχε σαν ουρά πολυκατοικίας,
χτισμένη άναρχα, χωρίς να νοιάζει,
όπως και οι υπόλοιπες γύρω, πριν μισό σχεδόν αιώνα.

Το βλέμμα αναμετριόταν με τις γύρω προσόψεις,
το νερό κατρακυλούσε σαν ποτάμι που πάφλαζε οδυρμούς.
Στυλώνω τα μάτια
και βλέπω ένα παράθυρο σχεδόν λιωμένο από την πολλή βροχή,
με τα τζάμια μουλιασμένα, αδιαφανή,
λες κι είχαν παραμορφωθεί και γεμίσει φουσκάλες.

Πώς να ζουν άραγε, πώς να ζουν πίσω από τοίχους
που τρίζουν οι κλειδώσεις μοναξιά και κρύο;
Τα πρωινά τους βλέπω σε κύκλους διάσπαρτους
που ανοίγουν και κλείνουν καθώς ανεβαίνω την Ηπείρου.

Έρχονται απ’ το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Ιράν, την Ινδία,
έρχονται από τον Ήλιο που ζέσταινε τις ρίζες που απλώθηκαν ως εδώ,
έρχονται διωγμένοι από οβίδες που τρύπησαν και γκρέμισαν
τον Ήλιο – αιμόφυρτος σπαρταρά στα συρματοπλέγματα
τινάζοντας αίμα γύρω του.

Άνθρωποι με νεύρα που λιμάρονται
απ’ το κρύο, την πείνα και τη μοναξιά,
εκπλέουν απ’ το ρύγχος της Τουρκίας,
σκαρφαλώνουν μυριάδες τα τείχη
που φιμώνουν τα σαγόνια της χώρας.
Γυναίκες μ’ έμβρυα στις κοιλιές
έτοιμες να διπλωθούν από τους πόνους,
γυναίκες και άνδρες που κουβαλούν
σαν πέτρες τα παιδιά τους,
κάποιοι γλιστρούν και πνίγονται –
Πόσους θρήνους κλείνουν άραγε τα χώματά τους;
Πόσοι θρήνοι μέχρι βάθους που δε σβήνουν… –

Ψάχνουν μάταια το χώμα που η ρίζα του απλώθηκε ως εδώ,
ψάχνουν μάταια το πιο πέρα χώμα – κάτι θα συμβεί,
σκέφτηκα τόσο πυρακτωμένα που καυτοί σπινθήρες
πετάχτηκαν ως εσένα- μίλησες λες και μάντεψες
τι σκέφτομαι.

«Σκεφτόμουν ότι κάτι θα συμβεί εδώ, ένα πρωινό
μια φωτεινή, ασημένια γραμμή σαν τρίχα λεπτή
στον παγωμένο, καθαρό ουρανό σαν περόνη
θα εμφανιστεί.»

Φύγαμε πατώντας τρεχούμενα νερά που πάφλαζαν οδυρμούς.

***

Το σκίτσο στην ντουλάπα

Άνοιξα την ντουλάπα έξω στο μπαλκόνι κι είδα
τα εργαλεία να κείτονται στη σκόνη, σκάλες
ν’ ανεβαίνω, σχέδια να συνδέω αλλεπάλληλα
και ξαφνικά
να σβήνουν και να χάνομαι στο τίποτα· κλαίει
γοερά το γέρικο, κουτσό σκυλί, σέρνει
την πρησμένη του κοιλιά να πιει νερό και στάζουν
στο μουσούδι του στάλες βαθιές του αίματος κι απλώνεται
στο δρόμο ο χάρτης της χώρας που γεννήθηκα.

(Από τότε που τραβάμε
τις πρώτες μας γραμμές με χάρακα
κι αφηρημένοι φέρνουμε μια καμπύλη –
τι ξάφνιασμα που ξέφυγε το χέρι)

Όσο ωριμάζουμε πληθαίνει η ωραία όψη της ανάγκης,
άνθρωποι, πράγματα, τοπία αναγεννημένα
απ’ το δικό μας πόνο και τη δίκιά μας βούληση
επείγονται να δουν και να ιδωθούνε.

Μα το λουρί εντατικά τεντώνεται, δε σπάει.
Και το σκυλί που σκύβει για να ξεδιψάσει
βάφει μ’ αίμα το νερό. Σκιάζεται.

Κάποια σκίτσα πριν τα καταπιεί ο δρόμος
κάποια πρόσωπα με πίστη, μεράκι κι υπομονή
πρόφτασα και κρέμασα, του δίκιου την προοπτική.
Το σκίτσο μιας άλλης χώρας που ξανοίγεται
πιο πέρα κι απ’ τα σύνορα της χώρας που γεννήθηκα.

*Από τη συλλογή «Το σκίτσο στην ντουλάπα», Εκδόσεις Θράκα, Δεκέμβρης 2017.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s