Δημήτρης Σάλτος, Βροχή

Έξω κοιτούσε
τον γαλάζιο ουρανό
τον λαμπερό ήλιο
τα δέντρα που ανθίζαν
κι όχι σκεφτόταν
όλα είναι ένα ψέμα
γιατί βρέχει πίσω απ’ τις πόρτες
βρέχει ανελέητα
και θυμόταν την εποχή που είχανε βγει
σύννεφα αγριεμένα στους δρόμους
να σαρώσουν ΕΚΕΙΝΟΥΣ
να ξεπλύνουν και τον εαυτό τους
και πάνω απ’ τα ερείπια
να φτιάξουν ζωές γεμάτες φως.

Τότε που έβρεξε
οργή και αγανάκτηση θυμόταν
μα τα φράγματα άντεξαν
κι όταν έσβησαν
κι οι τελευταίες στάλες
μόνο λάσπη είχαν γεμίσει
οι δρόμοι κι από τότε
καμιά φορά κυλούσαν αδιάφορα
χωρίς να νοιάζεται κανείς
με ΕΚΕΙΝΟΥΣ να κάνουν ταξίδια
κι αυτοί να ’ναι γκρίζα σύννεφα
πάνω από μια γκρίζα πολιτεία.
Με τον καιρό τα ξέχασε όλα
δεν έλπιζε
όμως μια μέρα
άρχιζε να βρέχει και στο δικό του σπίτι
βαθιά μες στην ψυχή του
συνηθίζοντας σιγά σιγά
τα στυλωμένα νερά της ζωής του
το άρρωστό τους χρώμα
καν όταν κάποιος τα τάραζε
για να τα ξεθολώσει
οι ορίζοντες μετατοπιζόντουσαν
τα αστέρια έτρεμαν
κι όλο έλεγε
πως βρόμικα χέρια
του τάραζαν τη γαλήνη.

Μια μέρα κάτι είδε
να γυαλίζει ν’ αστράφτει
μες στα βουρκωμένα νερά
και βούτηξε κολύμπησε
προς τον βυθό και τα είδε
ερείπια μιας ζωής λησμονημένης
να τα πιάσει ήθελε
κι όλο βυθιζόταν
πιο βαθιά μες στις λάσπες
κι αυτά έλαμπαν
κι αυτός χανόταν
μέσα στον βούρκο
όλο και πιο βαθιά
κι από τότε
δεν τον είδε κανείς
ποτέ ξανά.

*Από τη συλλογή “Ναυαγοί στη λεωφόρο”, Εκδόσεις “κύμα”, 2017.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s