Τάσος Ρούσσος, Η νύχτα

I

Νύχτα, νύχτα, βάθος του έβένου
πίκρα μοναχή σαν κυπαρίσσι
κολυμπάει στις φλέβες μας ό κόσμος,
φεύγει καί γυρίζει γύρω άπό ’να
σκοτεινό κι άκίνητο μαγνήτη.

Όμως πάντα υπάρχει μες στο αίμα
μια φωνή τυφλή πού μάς ορίζει.
Τήν άκοΰς για λίγο, μά ύστερα τό ψέμα:
τα κομμένα χέρια μας πού ψάχνουν
άετούς γιγάντιους στον άγέρα.

Αγρυπνούμε στά βιβλία καί διαβαίνουν
τ’άστρα γυμνωμένα, ό κόσμος όλος
λαμπερός σά βότσαλο στον ήλιο.
Ένα φως σκληρό πού μεγαλώνει
καί μάς κρύβει τ’ άστρα καί τον κόσμο.

Δεν υπάρχει φως όπως τό βλέπουν
τά θαμπά μας μάτια. Είναι καθρέφτης
όπου άποδημούνε σαν πουλιά
οί αισθήσεις διψασμένες καί γυρίζουν
φορτωμένες μια πορφύρα μαύρη.

Έχουμε τά χέρια μας κι ύπάρχουν
δέντρα καί καρποί, κορμιά στον ήλιο.
Σέ σκιές άπλώνουμε τά χέρια,
δίνουμε τό σώμα μας στήν πίκρα.
Δεν υπάρχει φως. Αύτό πού λάμπει
καί σηκώνεται στα μάτια μας σά δέντρο,
σά βουνό καί σάρκα, είναι ό καιρός.
Ξέφυγε άπ’τά βάθη μας καί τώρα,
θήκες τού κακού, παραπατάμε
μες στις ίδιες μας στιγμές μονάχοι.

II
…………………………………………….
Σάρκα καί ψυχή. Σά γεννηθούμε,
μίσος άξεδιάλυτον ορίζει
κατοικία τής γής τον ούρανό.
Τό κακό περνάει σαν καβαλάρης
μες στις φλέβες πού άρχισαν να φέγγουν.
Παίρνει φως ή νύχτα, ξημερώνει
έρωτας, άγάπη καί καημός.
Οί άνθοί γεννιούνται όπως απλώνει
φλογισμένη ό ίλιγγος παλάμη,
δέρμα τής ζωής καί τού θανάτου.
Ξενυχτάει στά χέρια μας ή πλάση
λάμπουνε τα δέντρα σαν άστέρια
τα πουλιά βαστούνε τήν καρδιά μας.
Ύστερα χορεύει, σκοτεινός
με τά σάπια φύλλα ενας άγέρας.
Πέφτει ό ήλιος, ξίφος τροχισμένο,
στα κορμιά πού λάμπουν σά γυαλί.
Ίσκιος δεν υπάρχει να σωθούμε,
ζωντανοί νά γίνουν οί καθρέφτες.

Νύχτα, τής ψυχής βαθύ νερό,
θρόμβοι των άστερισμών άνοίγουν
τις πλατιές άκτές των ουρανών,
έρχονται πουλιά σά φλόγες κι όλο πέφτουν,
πέφτουνε στο γήινο χιόνι.

III

Θέλεις νά φωνάξεις, μά ή κραυγή σου
στο νερό βυθίζει πού θηλάζει
τον παλμό τής πλάσης καί τού ονείρου,
σκοτεινό κι άμίλητο νερό.

Ποιός ύπάρχει μέσα στο κορμί μας;
Ποιός μέσα στις πράξεις μας κι άνάβει
την πικρή φωτιά στο πρόσωπό μας;
Βλέπουμε κι άγγίζουμε τά πάντα,
ήλιε, σκοτεινέ γρανίτη πού είσαι;

Είμαστε κλεισμένοι, μες στη φρίκη
δεν μπορούμε, δεν την ξέρουμε, γιατί ’ναι
χέρι φωτεινό καί μας προσφέρει
λαμπερούς καρπούς, κορμιά πού θέλουν
ποταμούς αισθήσεων να χορτάσουν.

Νύχτα, ή νύχτα πρόσωπο τού χρόνου
κατοικία τού χρόνου κι ή καρδιά μας
πέφτει σά γεράκι σ’ ό,τι άγγίζει.
Είμαστε μονάχοι μες στή νύχτα
κι ό,τι ’ναι δικό μας μας χωρίζει
άπό μάς τούς ίδιους. Δεν άργεί
κάρβουνο να γίνει ή κάθε πράξη.

Κάποτε ξαφνιάζει την ψυχή μας
μια σοφή σιωπή πού σβήνει άμέσως.
Λάμπουμε για λίγο, μά καί πάλι
ό εγκόσμιος ρόχθος κι ή καρδιά μας.

IV

Σιωπηλά τά δέντρα καί βαραίνουν
οί καρποί, σταγόνες τού καιρού,
μες στο κούφιο σώμα πού σωριάζει
πλήθος τις στιγμές σά σταλαχτίτες.

Προτομές του χρόνου στή σειρά
τούς άνθούς κοιτάμε νά περνούν,
τά πουλιά νά σβήνουν στον άγέρα.
Ένα μαύρο ρούχο θά σφουγγίσει
το σκαμμένο μάρμαρο καί πάλι
στο θαμπό γρανίτη θά χαθούμε.
…………………………………………….
Φύλλωμα τού χρόνου ή νύχτα φτάνει
στά κλαδιά της φτερουγίζουν οί ποιητές
καί ραμφίζουνε το άσήμι καί το άλάτι.

*Από τη συλλογή “Ο ξεναγός και η νύχτα”, Εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1981.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s