Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Τρία ποιήματα

Είπε η φωνή…

(Όνειρο με τα μάτια ολάνοιχτα)
“Ταξίδεψε ξανά στις Μέσα Κάμαρες”, μελωδούσε γλυκά
ήλιος χρυσός κρεμασμένος στα σύννεφα.
Στις κόκκινες στέγες, πουλιά πετάριζαν τα βλέφαρα
στο μισοΰπνι τους.
Ωχρή βροχή ζωγράφιζε τα πρόσωπα με χίλια
φύλλα φθινοπωρινά.
Στάλαζε γύρω μου ζεστή κι ως ξεχυνότανε
ποτάμι βουερό στη γης, πήρα και ήπια
νίφτηκα και ευθύς τα μάτια άνοιξαν να δω
για να θαυμάσω απ`την αρχή τον κόσμο
τον απέραντο.
“Γράψε ό,τι δεις-είπε η φωνή- μη λησμονήσεις
ότι παρήλθε ο καιρός της πρώτης θλίψης σου.
Νερό δεν είναι, μα το δάκρυ το βαρύτιμο
ανέγγιχτος να βγεις ξανά μπροστά στον ήλιο.
Αν η καρδιά σπλαχνίστηκε βαθιά, αν ίσως πόνεσε,
αν έχει μάθει ν`αγαπά, ας τραγουδήσει”.
Ανίδεος παντοτινά με το`να χέρι μου
χάραξα τις γραμμές τις πρώτες μου στο χώμα
πριν να μπορέσω με το στόμα
να συλλαβίσω του χρησμού τα λόγια τα ανερμήνευτα.

***

Στοές

Κάποτε τα μικρά, τα τόσο ασήμαντα
όπως μια τοσοδά λεπτή κλωστή μπορεί να είναι
ο μίτος που σε φέρνει στη ζωή μες απ΄την άβυσσο
βήμα το βήμα προς το φως, έξω στον κόσμο.
Μα αν σου δοθεί η χάρη ξαφνικά και τόσο ανέλπιστα
βιάση δε θέλει στη χαρά σου τη μεγάλη.
Εύκολα μπλέκει το κουβάρι με μια κίνηση
εύκολα σπάει η κλωστή και τότε μόνος
κι ανήμπορος θα τριγυρνάς δίχως ελπίδα πια
χρόνια και χρόνια στις στοές που σε γνωρίζουν.

***

Επιστροφή

Σπατάλησα το έχει μου μακριά στην ξενιτιά
είκοσι χρόνους δούλεψα σ`άλλα χωράφια.
Τα πατρικά τα πήραν αξιότεροι κι εγώ
χοίρους βοσκούσα για το ξεροκόμματο.
Ίσως γιατί το ήξερα πως στην επιστροφή,
στους πρώτους λόφους πλησιάζοντας στο σπίτι,
θα`βλεπα τη γνωστή φιγούρα του πατέρα μου
να καρτερά ακουμπώντας στο ραβδί του
να ξεφωνίζει, να χοροπηδά,
τους υπηρέτες του να κράζει να προφτάσουν
αρχοντικό να στρώσουνε το δείπνο μου
και πως μονάχος του θα έπεφτε μπροστά μου
για να μου πλύνει με τα δάκρυα τα πόδια μου
λες κι ήταν απ`τους δυο, αυτός ο φταίχτης.
Είκοσι χρόνους δούλεψα μακριά.
Τώρα το βλέπω που τα νιάτα μου σπατάλησα.
Κυλήσανε νερό στις χούφτες μου και τα`χασα
και πιο φτωχός κι απ`τους φτωχούς γυρίζω πίσω.
Αν ήμουν Οδυσσέας, θα`λεγα χαλάλι τους
είχα πολλά να δω, πολλά να μάθω
σε τόσες θάλασσες παλεύοντας με τον Θεό
με τόσα τέρατα φρικτά που με στοιχειώναν.
Όμως δεν ήμουν και το ήξερα καλά
πως στη δική μου Τροία, δίχως σκέψη,
ρίχνουνε πάντα στη φωτιά τα ξύλινα άλογα
και ασφαλείς χασκογελούν από τα τείχη.

*Από τη συλλογή “Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος”, 2016

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s