Γεράσιμος Λυκιαρδιόπουλος, από τα “Ποιήματα του μανδαρίνου”

II

0 Captain, my Captain!

Όταν μας έβρεχε το κύμα δεν είχαμε άλλη έγνοια από το σκάφος.
Φάγαμε τόσες θάλασσες στην πλάτη σκυφτοί αλλά τραγουδώντας
στον άνεμο. Κι αν έτριζε η ψυχή μας δεν λασκάρισε. Γιατί Αυτός
μας φώναζε απ’ τη γέφυρα: «Η πίστις σώζει λεβέντες μου! Αλλά
χρειάζεται κι ένα γερό χέρι στό τιμόνι!».

Το σκάφος το γλυτώσαμε. Και τότε σε πήρε τό μάτι μου. Κατέβαινες
προς το βυθό σαν ξίφος χλευάζοντας με τη λάμψη σου κάθε
μιζέρια. Εγώ κυνηγημένος από μέσα μου όρμησα στα κύματα
χωρίς σωσίβιο. Ύστερα μ’ άρπαξαν οι λέξεις — άλλο ναρκωτικό
δεν γνώρισα. Είδα την Πρέβεζα να σβήνει στης Φλάντρας τις ομίχλες,
στης Μάγχης τα νερά.

Δεν τα κατάφερα νά πνιγώ. Είδα μονάχα πώς πνίγονται άλλοι στ’
ανοιχτά του μέλλοντος και γύρισα πάλι στα δικά μου. Στενεμένος
βλαστήμαγα κάπου-κάπου μά κανένας θεός δεν με πίστεψε.

Εσύ που κουβεντιάζεις τώρα με τον Καπετάνιο, θύμισέ του τά □
λόγια του. Πες του τι μας χρωστάει. Φάγαμε τόσες θάλασσες
στην πλάτη για πάρτη του. Γιά μιαν υπόσχεση, για ένα κέρασμα
ένα μπάρ που είχε ήδη κλείσει από τότε.

Πάντως τό σκάφος το γλυτώσαμε. Το ραντεβού ισχύει πες του.
Κι ας μην υπάρχουν μάρτυρες

— επικαλούμαι τώρα το άρωμα μιάς ανάμνησης στις βιαστικές
πωλήτριες των κεντρικών αρωματοπωλείων. Επί ματαίω; Επί
ματαίω έστω. Αλβανός. Αλβανός στό Κολωνάκι. πρίγκηπας στο Μεξικό.

* “Τα Ποιήματα του μανδαρίνου”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2002.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s