Κώστας Κωνσταντινίδης, Ο Πέτρος

Ο Πέτρος ήταν ένας από τους ελάχιστους λευκούς του 18ου και έμελε να γίνει ο συγκάτοικός μου. Μου τον σύστησε ένας έλληνας εστιάτορας όταν του εξιστόρησα το τι τραβούσα 5 μήνες στους δρόμους και στα ξενοδοχεία (ο θεός να τα κάνει) χωρίς να μπορέσω να βρω σπίτι. Τον γνώριζαν και τον είχαν από κόντα όλοι οι έλληνες εστιάτορες αφού είχε άκρες και τους έβαζε στις καλύτερες μπαρμπουτιέρες, οι όποιες όμως πλέον τον είχαν κάνει πέρα, έτυχε εκείνο το διάστημα να ψάχνει για συγκάτοικο. Ο ίδιος μου συστήθηκε ως επίδοξος επαγγελματίας παίκτης του πόκερ, ένω βιοποριζόνταν από το κρατικό επίδομα ανεργίας ύψους 1200ων ευρώ τον μήνα αφού είχε δουλέψει σαν σερβιτόρος τους 6 προηγούμενους μήνες.

Ήταν 42 χρονών, έλληνας, καστανόξανθος, με αγριεμένο βλέμμα, μετρίου αναστήματος και καμιά ενενήντα κιλά (τα περισσότερα εξ αυτών στην κοιλιά λόγω τρόπου ζωής), με καταγωγή από την Αθήνα. Μικρός ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής, όμως το όνειρο του δεν πραγματοποιήθηκε αφού δεν σύναβε με τα υπερσυντηρητικά ήθη της οικογένειάς του και την αυταρχική λογική του πατέρα του. Ο ίδιος θεωρούσε ότι είχε πολύ μεγάλο ταλέντο.

Κυκλοφορούσε διαρκώς με κάτι άσπρα βρώμικα αθλητικά μποτάκια, την ίδια παλιά γυαλιστερή φόρμα με κουμπιά στα πλαινά και αρκετά σκισίματα, και ένα ξεθωριασμένο περφέκτορ, ένω φορούσε και έναν μεγάλο ασημί κρίκο -που αποκλείεται να σου διέφευγέ της προσοχής- στο αριστερό αυτί. Είχε ξυρισμένο κεφάλι αλά σκίνχεντ και μεγάλες ροκαμπιλάδικες φαβορίτες. Αργότερα μου αποκάλυψε ότι κουβαλούσε πάντα μαζί του έναν γαλλικό σουγιά.

Είχε χαραγμένο στο ζυγωματικό από την μεριά της καρδιάς το Δέλτα σε κεφαλαίο. Δαυίδ λέγαν τον κατά δύο χρόνια μικρότερο αδελφό του που πέθανε στα 26 του από υπερβολική δόση. Δαυιδάκο τον αποκαλούσε κι ανέβαινε εμφανώς ο σφιγμός του. μου μιλούσε συχνά για αυτόν, δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωρέσει τον εαυτό του, ούτε αυτός ούτε η μάνα τους, αυτός τον έβαλε στην πρέζα, αυτός του ‘ριξε το πρώτο ”σούτι”. Παλιό πρεζάκι και ο ίδιος, νυν ξυδάκιας -αν όχι αλκοολικός, αφού έπινε την ημέρα ένα μπουκάλι βότκα, ενώ που και που ”γινόταν” απο την πιάτσα του Lariboisiere ”μέθες”(μεθαδόνες).

Ένα πρωί, θυμάμαι χτυπάει την πόρτα μου και μου λέει αναστατωμένος: ”Μαλάκα Κώστα Ξύπνα! Ξύπνα! Σκοτώθηκε ο Παντελίδης! Ο Παντελής ο Παντελίδης!” Ίσα ίσα τον είχα ακουστά, ”ε εντάξει κρίμα” του απαντάω αδιάφορος, ”Ρε μαλάκα Κώστα!” Συνεχίζει, ”Ο Παντελιδάκος ο τραγουδιστής ρε! Δεν καταλαβαίνεις;!΄Ρε ήταν νέο παιδί ρε! Αυτό ήταν σήμερα θα πάω να ”γίνω” μέθες για πάρτη του”. Επέστρεψε μετά από ώρα με 4 δόσεις μεθαδόνη και το τηλέφωνο από ένα ”ντίλι” για να γίνει πρέζα. Τις ήπιε μαζεμένες και ξύπνησε την άλλη μέρα το απόγευμα, εκείνη την μέρα πραγματικά φοβήθηκα ότι θα πεθάνει, για αυτό μέχρι να ξυπνήσει τον αφουγκραζόμουν πυκνά συχνά και κανα δυό φορές τον ξύπνησα.

Ήταν φανατικός βάζελος και είχε εξετίσει στην φυλακή την στρατιωτική του θητεία ως μάρτυρας του Ιαχωβά, αφού αυτό του έλαχε για πίστη από την οικογένεια του. Πλέον δεν πίστευε σε τίποτα, μόνο στην πάρτη του -με την κακή έννοια της λέξης- το χρήμα και την ανωτερότητα των λευκών. Ά, και τον Παναθηναικό. Μου έδειχνε βιντεάκια στο youtube από ραντεβού μεταξύ γάβρων και βάζελων όπου τους ”τρέχαν” τους γάβρους ”τους παίρναν στα ντού”, φωτογραφίες από τα παρατημένα μηχανάκια και κράνη των γάβρων, επιμένοντας να μου λέει ότι οι γάβροι είναι φλώροι και ότι στην Αθήνα αυτοί μόνο μετρούν, ότι από Θεσσαλονίκη σέβονται πολύ και μόνο τους παοκτσήδες, πώς ερχόταν εκδρομές σε μας στην Τούμπα, και ότι πιτσιρικά τον ετοιμάζαν για νοπίτη αλλά δεν πρόλαβε γιατί τους έκλεισε ο Βαρδυνογιάννης. Η Ν.ΟΠ.Ο ήταν η Ναζιστική Οργάνωση Παναθηναικών Οπαδών.

Μια μέρα ενώ κουρευόταν, του ήρθε ”φλασιά” να κάνει μια σβάστιγα στο πλαινό του κεφαλιού του με την κουρευτική μηχανή. Δεν καταλάβαινε τίποτα, που να τον νουθετίσω, ούτε με το καλό ούτε με το κακό. ”Που πας ρε!” Του έλεγα, ”ρε θα σε φάνε λάχανο ρε μαλάκα στον 18ο arrangement (αρανζμάν) του Παρισοιύ είσαι, ούτε στις Βερσαλίες, ούτε στο Μπορντώ! Σε γκέτο Ινδών, αράβων και μαύρων! Ρε θες να πεθάνεις; Σε ”no go area” για τους μπάτσους βρισκόμαστε!” ”Άντε ρε όλοι τους κότες είναι” απάντησε ”μόνο οι άραβες μετράνε αλλά και αυτοί λίγο.” Βγήκε πήγε έκανε τα ψώνια του και γύρισε ανενόχλητος. ”Τί έγινε δεν σε πήραν πρέφα;” του λέω, ”μπα δεν το πρόσεξε κανένας μάλλον” μου αποκρίνεται απογοητευμένος. Μετά από κάνα δυό μέρες την είχε ξυρίσει.

Πριν λίγες μέρες απο αυτό το σκηνικό ήταν που ένα βράδυ μου εξομολογήθηκε ενώ τα πίναμε ότι έχει δύο χρόνια αφ ότου ξεκίνησε τα ξύδια και τον είχε αφήσει η κοπέλα του, την οποία ακόμα γούσταρε, μία εβραία, ισραηλίτισα κιόλας. Αυτός ήταν ο Πέτρος.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s