Κώστας Μπραβάκης, Ποιήματα

Αδικαιολογήτως παρών

Σ’ ακούω και γράφω
με το ’να χέρι ανήμπορο και τ’ άλλο πεινασμένο
μ’ ένα σωρό τρελούς να με σηκώνουν στα χέρια
από αγάπη ή οργή πράγμα αδιάφορο
σ’ ένα σώμα δαρμένο και χιλιοφιλημένο η κατοικία μου
με τα πολλά μικρά παράθυρα απουσίας
και τη φθαρμένη σκεπή

θα μπορούσα να ζω αναπνέοντας τα συνήθη
ή να πεθαίνω κάθε φορά που απελευθερώνω πελαργούς
μα πώς να ζεις με ελάσσονα βαθμό δυσκολίας
στη νυχτερινή αναφορά των φαντασμάτων
αδικαιολογήτως παρών;

και το κορμί μου κρεμασμένο στο κενό
πώς να χρεωθεί τόση ανάγκη σε μια στιγμή ανυπαρξίας
αυτή η αδιαπραγμάτευτη εξουσία των ειδώλων
οι άλλοι μέσα μου οι ορεσίβιοι αντάρτες
να διαμαρτύρονται
για μια εξέγερση που πνίγηκε σε αφρώδη οίνο
και στων βουβώνων τους ιριδισμούς

σ’ ακούω κι αντιγράφω απ’ τους τοίχους
τα ωραία ασήμαντα
με κρυφακούς εντοπίζω τις ιδιοφωνίες
αναπνέω τα συνήθη
σ’ ακούω και γράφω λες και δε χόρτασα
λευκές σημαίες
με γλωσσικούς ερματισμούς και ξέφτια ηλιογραφίας
προσανάμματα κατάλληλα
για θαλπωρή οικογενειακής εστίας
ομολογώ το ανειδίκευτο θάρρος
σε έργα υψηλής οδύνης
και πέφτω σαλπιγκτής στο πεδίο της μάχης
ανέραστος του αίματος

σ’ ακούω και ζωγραφίζω την κλίμακα του λευκού
με πορφυρές επισημάνσεις
από μια μύτη μολυβιού
που δε χωρατεύει όταν πληγώνει
αναγνώστης εμπύρετων στίχων
απρόσκλητος επισκέπτης σε δείπνο ασκητικής
και μαύρο ασυμβίβαστο μελάνι

σ’ ακούω και ξοδεύω
τους κόκκινους σηματοδότες
αδέσποτη σφαίρα με λυμένο χειρόφρενο
και την κατάρα της χοντρής περιπτερούς
κουβαλώ μαζί μου τον τροχονόμο
μια υστερική σπίντο σοπράνο
ένα βουλευτή με το σωφέρ του
και ίσως μια ροδακινιά

σ’ ακούω και υπογράφω βεβαιότητες
έχασα όλες τις μικρές εμπειρίες θανάτου
αν μπορείς να αναποδογυρίσεις μια χελώνα
ή να δώσεις σ’ ένα ζητιάνο
είναι και τα δυο μικρές στιγμιαίες
αναστολές της αναπνοής

γέμισε ο κόσμος κυνηγότοπους
κάποιος θα σημαδέψει και σένα
μαζί με τον τροχονόμο
την υστερική σπίντο σοπράνο
το βουλευτή και το σωφέρ του
και ίσως τη ροδακινιά

***

Το όνειρο

Ακόμα αλυχτούν τα σκυλιά
ο δασονόμος ήρθε στην ώρα του
μέτρησε ένα-ένα τα κομμένα ποδάρια
και σημείωσε στο μπλοκάκι
εννέα στρατιώτες, δώδεκα αξιωματικοί
και τρία άγνωστα ποδάρια χαμηλών ανθρώπων

η ορχήστρα των Ανέμων έπαιζε την Ηρωική

Ακούστηκαν φτερουγίσματα
θ’ απογειώθηκαν τα περιστέρια να μοιράσουν
τηλεγραφήματα θανάτου

έξω ο παπάς άρχισε ν’ απαγγέλλει Ρεμπώ

ύστερα βρήκα τη μάνα μου στο κατώι
να μαδάει έναν κόκορα

όπως με κοιτούσε θυμήθηκα ότι βρέχει

***

Η καρδιά του ποιητή

Έχω ένα φίλο απ’ τον καιρό των ελαφιών
Γεμάτο το πηγάδι του μ’ ανέμους
Γεμάτη η ψυχή του μ’ αφρισμένα κύματα
Κι η κατηφόρα του απότομη
Κι η ανηφόρα του ολόδρωτη
Μα η καρδιά του λίμνη
Γεμάτη φεγγάρια
Έχω ένα φίλο ακριβό σαν φύλλο
Που αιωρείται
Ψάχνοντας επί ματαίω
Τοποθεσία προσεδάφισης
Έτσι θαρρώ κι οι ποιητές
Χαμηλώνουν για μια γουλιά νερό
Κι ύστερα αποφεύγουν
Έχω ένα φίλο
Σαν καλαμιά που καίει
Και σαν κερί

*Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια, δώδεκα σπουδές και εφτά πικρά τραγούδια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Μάης 2009.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s