Ειρήνη Καραγιαννίδου, Πέντε ποιήματα

ΠΡΟΣΗΜΟ ΝΤΑΟΥ ΤΖΟΟΥΝΣ

Εμείς με ρέζους αρνητικό
Όταν η υποψία του ανέφικτου βουλιάζει βράδυ στις επτά
Φοράμε ουτοπίες σαν σανδάλια παιδικά
Πετάμε απ’ το μπακόνι γλάρους
Αιωρούμαστε διά παντός όπως οι φανοστάτες
Εμείς πετάμε εμάς
Μια δύση πεινασμένοι αιματοκρίτες
Εκλιπαρούμε για γλωσσόφιλα
Τους οδηγούς των πλοίων

***

CORTADERIA SELLOANA

Και τι σε νοιάζει αν πίσω από τα παράθυρα κόβουν τις φλέβες τους οι λέξεις

Χωρίς εγκαύματα και εγκεφαλικά
Πάμπα Ουρουγουανή
Κεντάνε σε μανσέτες χόρτα
Πεθαίνουν απαλά
Πουκάμισα, φρούτα γεμάτα οξύληκτα εποχής
Γιατί δεν τους φοβήθηκαν ποτέ τους μύθους

***

ΛΑΘΟΣ ΗΛΙΚΙΑ

Βγάλε τον Αύγουστο από το αυτί μου
Ο άκμονας κλωθογυρνάει προπέλα
Στις έξι κάθε μέρα με πιάνει σκοτοδίνη
Βάλε τρεις μέρες του Φλεβάρη
Δεν ξέρω από κοχύλια
Ανάμεσα στις κόρνες των ειδήσεων
σε ποιας ταινίας τίτλους βρίσκομαι,
δεν ξέρω
Θα πήγαινα για ψάρεμα
Μα μόλις δίχτυα ρίξω
Το κόκκινο ανάβει

Είμαι σε ηλικία ασυρματίστριας;

***

Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ

Ιωσήφ,
καμιά φορά θαρρώ πως είσαι ράφτης στο επάγγελμα. Πως δένεις μαντίλι στον λαιμό της καλής σου, ´κείνο που υφαίνουνε στους αργαλειούς του κόσμου με δίστιχα υφάδια κι ύστερα το κεντάς στα φλάμπουρα του πρωινού δίχως χρυσό, φαρέτρα, βέλη, δίχως σμύρνα και κύματα, έρχεσαι ή σε φέρνει, κατηφορίζετε στην πόλη για καφέ, όπως τον συνηθίζουμε της λες, μην λογαριάζεις έτσι τα μνημόσυνα.

Ο Ιωσήφ είναι χαρταετός πάνω απ´ τις λίμνες του ύπνου
Ένα άσπρο άλογο με ασάλευτο καλπασμό
Ο Ιωσήφ είναι τρυφερός
Σαν τα οροπέδια της αγρύπνιας
Σαν σκουλαρίκι στο αυτί της Μαίρης.

***

ΕΝΤΟΣ ΕΔΡΑΣ

Συνήθως, λένε, οι νεκροί
Έρχονται απρόοπτα
Αν σκάβεις νύχτα θάλασσα με δάχτυλα
Όταν μισοξεχνάς το όνομά τους, Τη μάρκα των τσιγάρων,
Το χρώμα των ματιών τους
Αν η χωρίστρα ήταν απ´ την δεξιά μεριά, όταν μισοξεχνάς το σκορ εκείνου του αγώνα
Δόξα Δράμας-Λεβαδειακός, την γεύση απ´ το παστέλι, το γυάλινο μπουκάλι με χυμό ώριμου βύσσινου – 232ml γυάλινη συσκευασία μιας χρήσης και επιστρεφόμενη –
Όλες αυτές τις λεπτομέρειες
Τότε, λένε, έρχονται
Όπως ο δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος
να πάρει πίσω το μαχαίρι
Μαζεύουν τα σουσάμια που τους έπεσαν στην πάλη
Την ώρα δεν την ξέρω
Συνήθως, λένε, έρχονται απρόοπτα
όταν διαβάζεις γράμματα σταλμένα από καιρό
Χωρίς φωνές
Χωρίς νερό
Χωρίς εσένα.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s