Luis Rodriguez (1954), Ποιήματα

ΜΗ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ!

Εκείνη σηκώνεται από μια καρέκλα και γλιστρά προς τη σκηνή
με μεταξένια πόδια πάνω σ’ ένα φθαρμένο ξύλινο πάτωμα.
Κρατά το μικρόφωνο όπως μια
τραγουδίστρια των μπλουζ που πρόκειται ν’ αποκαλύψει
κάποια μυστικά. Ένας πυρετός από ποιήματα στο χέρι της.
Αρπάζει το μικρόφωνο και ξεκινά την αποπλάνησή της.
Κάθομαι στο πίσω μέρος του μπαρ με το κεφάλι σκυμμένο.
Πόσα μου προκαλεί με τις λέξεις!
θέλω να φύγω. Δεν θέλω ποτέ ν’ αρχίσει.
Ξεκινά μ’ ένα ποίημα για την αγάπη του πατέρα
και γω νιώθω λες και σηκώνομαι προς τα κει
και ουρλιάζω: μη διαβάσεις αυτό το ποίημα!
Αυτό που προκαλεί μικρά ξεσπάσματα
κραυγών μες το κεφάλι μου
και φέρνει δάκρυα στα μάτια μου που
αρνούμαι να τ’ αφήσω να κυλήσουν.

Μη διαβάσεις αυτό το ποίημα!
Αυτό σχετικά με μια κόρη που βίασαν και σκότωσαν
στη σκιά της σκοτεινής μανίας ενός δευτερολέπτου.
Θέλω να κρυφτώ στα νέον φώτα που λαμποκοπάν πάνω μου,
να κολυμπήσω μακριά μες το ποτήρι μπύρας που κρατώ κοντά μου.
Αρχίζει κι άλλο ποίημα
για τα πολλά της στόματα,
και εγώ θέλω να ουρλιάζω:
Μη διαβάσεις αυτό το ποίημα!
Αυτό που με παρασύρει να
συρθώ κάτω απ’ το δέρμα της,
να γίνω το καρδιοχτύπι της.
Ω, πώς παίζει τον σωστό τόνο στη φωνή της,
χειρίζοντάς με σαν πηλό σε μελανιασμένα χέρια.
Όχι, μην πεις εκείνο για το
πώς είναι να είσαι ένα εννιάχρονο μαύρο κορίτσι,
η αλήθεια του κάνει τα πόδια μου να τρέμουν.
Κάποιος θα ’πρεπε να την κάνει να σταματήσει!

Θα ’πρεπε να είμαι σπίτι βλέποντας τηλεόραση,
ανέκφραστο βλέμμα πίσω από μπαγιάτικους τίτλους,
κρύο ποπκόρν στον καναπέ, ένα σκονισμένο
περιστρεφόμενο τραπέζι να γυρνά γύρω γύρω.
Θα ‘πρεπε να φτιάχνω το αμάξι μου. Ή να παίζω μπιλιάρδο.
Μα δεν μπορώ να φύγω. Έχω ανάγκη να γευτώ την
αλμύρα του μονολόγου της,
να μεθύσω με τη νηφαλιότητα των
στίχων της να σείεται κάτω από τα βλέφαρά μου.

***

JESUS SAVES

Αυτός ο τύπος, ο Jesus Saves1,
πρέπει να είναι διάσημος ή κάτι τέτοιο:
βλέπεις τ’ όνομά του παντού.
Εγώ το πρωτοείδα με το που
μέσα σ’ ένα χαρτονένιο κουτί
ήταν πάνω σε μια τεράστια πινακίδα στην κορυγή
της βιβλιοθήκης του Λος Άντζελες
Έγραφε «Jesus Saves».

Εύχομαι να ήμουν εκείνος…
τότε δεν θα ήμουν
αυτός ο έντρομος πειρατής στιε θάλασσες της πόλης,
αυτός ο πεινασμένος ακροβάτης στις γωνιές
που χαζολογά ακουμπώντας σε σχισμένες πόρτες
Έτσι δεν θα ήμουν αυτή η παρεκτροπή
που είχε κάποτε ένα σπιτικό φτιαγμένο από ομοιόμορφη πέτρα
και μια γυναίκα να φωνάζει σύζυγο.
Στην πατρίδα, δούλευα από τα εφτά μου!
Γνώριζα τη σημασία της προσταγής του ήλιου σε
κάθε πόρο να δακρύσει.
Αλλά τώρα, ένας τέτοιος μόχθος
επιτρέπεται να σαπίζει σαν τα πολλά μούρα σ’ ένα θάμνο.

Στην πατρίδα, γελούσα δυνατά
έκανα τα πιο δηκτικά σχόλια
και στριμώχτηκα ακόμα και στις πιο
κρυστάλλινες συγκεντρώσεις.
Μα εδώ είμαι ένας θλιμμένος ποιητής,
ένας σκουπιδιάρης άχρηστης λογοτεχνίας·
όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτα σε αυτό το μέρος…
το αλληγορικό μου ύφος,
το αξιόλογο των ρευστών μου στίχων,
τίποτα!
Δεν είμαι παρά μια σκιά πάνω στον πεζόδρομο,
ένας λεκές από κάπνα στον τοίχο ενός κτιρίου·
ο ήχος των ζαριών που κυλάνε από τη μια μεριά στην άλλη
ενός καταρρέοντος διαδρόμου σ’ ένα φτηνό
ξενοδοχείο του κέντρου.
Εντάξει, κύριε Saves, τώρα είναι ο καιρός ο δικός σου.
Αλλά κάποια μέρα ένας πίνακας ανακοινώσεων
θα διακηρύσσει τη δική μου ύπαρξη.
Κάποια μέρα οι άνθρωποι θα αναστενάζουν στ’ όνομά μου
σα να είναι γλύκισμα στα χείλια.
Για όσο έχω ρυθμό μέσα στο στήθος μου,
θα έρθει εκείνη η όμορφη μέρα
που αυτό το ορφανό, μεστό από πνεύμα,
θα αποκαλυφτεί να ξεπετιέται, επιφωτήσεις που πετούν
στο κατώφλι της μάνας πολιτισμού.

1.Λογοπαίγνιο με τη γνωστή φράση «Jesus Saves», «ο Ιησούς σώζει».

***

ΚΑΠΟΙΟΣ ΤΑ ΕΣΠΑΓΕ

Κάποιος έσπαγε τα παράθυρα μιας
φορντ του ’70.
Κάποιου ο θυμός, ποιος ξέρει γιατί,
έκανε κομμάτια τον εύθραυστο καθρέπτη του ύπνου,
το σιωπηλό πρωινό και τη φλυαρία των πουλιών.
Μια βαριοπούλα στα δυο του χέρια που πρώτα τσάκισε
τα πλάγια του αυτοκινήτου
μετά κατέβηκε στην κουκούλα,
απ’ άκρη σ’ άκρη την μπροστινή σχάρα και τους προβολείς.
Ο δρόμος του Χάμπολντ Παρκ ούρλιαζε από τρόμο
με την οργή ενός και μόνο νεαρού.
Κανείς δεν βγήκε απ’ το σπίτι του.
Κανείς δεν έκανε κάτι.
Ο μάγκας συνέχιζε να ουρλιάζει και να ξεσκίζει το αυτοκίνητο.
Κανείς δεν του ζήτησε τα ρέστα.
Κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο, καθώς γύρισε ξανά.
Δίπλα μου ήταν η γυναίκα μου.
Μόλις είχαμε ξυπνήσει μετά από μια βραδιά έρωτα
Η εξάχρονη κόρη της κοιμόταν
με μια κουβέρτα στο καθιστικό.
Η γυναίκα μου τύλιξε τα χέρια της γύρω μου
και οι δυο μας παρακολουθούσαμε μέσα απ’ τις γρίλιες.
Κομμάτια του αμαξιού έπεφταν
στην αχνισμένη άσφαλτο.
Ανθρώπινα χέρια το δημιούργησαν.
Ανθρώπινα χέρια το καταστρέφουν.
Κάτι που ξαφνικά έχασε το μυαλό του
και ξέσπασε στο αυτοκίνητό σου.
Στο αυτοκίνητο οποιουδήποτε.
Λέω ότι αυτοκίνητα πεθαίνουν καθημερινά.
Τον κατάλαβα εκείνον τον πόνο.
Και κάθε φορά που χτυπούσε στο μέταλλο,
ένιωθα τη μελανιασμένη έξαψη να πλημμυρίζει τις φλέβες του.
Αισθάνθηκα το ταραγμένο του βλέμμα να κοιτά μέσα από
το στήθος του,
τη γυαλάδα τού ιδρώτα του στο σβέρκο,
τον θυμό χιλίων καγχασμών,
τη θύελλα των λαμπερών φώτων
μέσα στην άβυσσο ενός βλέμματος.
Μοναχικός; Χωρίς δουλειά; Χωρίς χρόνο;
Τον ήξερα εκείνον τον πόνο. Ήθελα να είμαι εκεί,
να ουρλιάζω μαζί μ’ εκείνον,
να ξεζουμίζω τη βία που κατάτρωγε το λαρύγγι του.
Ηθελα να είμαι η βαριοπούλα,
να είμαι το θρυμμάτισμα από τ’ ατσάλι στο γυαλί,
να είμαι αυτός ο μανιασμένος νεαρός,
μια γυναίκα στο πλάι μου.

*Ο Luis J. Rodriguez γεννήθηκε στο Ελ Πάσο του Τέξας. Ποιητής, δημοσιογράφος, κριτικός, έχει δημιουργήσει τον εκδοτικό οίκο «Tia Chucha Press» που εκδίδει κοινωνικά ευαισθητοποιημένους ποιητές. Η βραβευμένη του δουλειά τον έχει καταστήσει από τις κορυφαίες προσωπικότητες της σύγχρονης μεξικανοαμερικανικής λογοτεχνίας. Μπλεγμένος με συμμορίες από τα έντεκά του, ο Rodriguez πέρασε δύο δεκαετίες της ζωής του γκάνγκστερ στους δρόμους του Λος Άντζελες. Απεγκλωβίστηκε και έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κοινωνικά θέματα, ενώ συμμετείχε ενεργά στο κίνημα των Chicano, δράση για την οποία έχει πολλές φορές συλληφθεί από τις αρχές.

**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή. Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβρης 2013.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s