Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

Τα σύνορα της δικής μου πατρίδας
Βρίσκονται σ’ ένα κλειστό δωμάτιο
Οι τοίχοι βρέχονται από θάλασσα
Κι εγώ πνιγμένος εδώ και χρόνια
Γράφω ποιήματα για τους ζωντανούς.
Τα βράδια οι φίλοι μου τα ψάρια
Μπαίνουν στο συρτάρι του γραφείου
Εξερευνούν αποκηρυγμένους στίχους
Βάζουν τυχαία κάποιους σε φάκελο
Και τους ταχυδρομούν στο φεγγάρι
Με τους άλλους φτιάχνουν καραβάκια
Μπαίνω στο πιο μεγάλο και φεύγω.

Τα σύνορα της δικής μου πατρίδας
Μια θάλασσα από νεκρά ποιήματα
Τα ανασύρω απ’ το βυθό και κλαίνε
Τα ρίχνω στο συρτάρι και γελάνε
Τα συντηρώ με τεχνητή αναπνοή.
Τα βράδια κατεβαίνει το φεγγάρι
Ανοίγει το φάκελο με τους στίχους
Τους σκορπίζει κάτω στο πάτωμα
Τότε έρχονται τα ψάρια πεινασμένα
Τρώνε τους μικρότερους για δείπνο
Φορτώνουν τους άλλους σε νταλίκα
Γεμίζει με φτηνές λέξεις η άσφαλτος.

Τα σύνορα της δικής μου πατρίδας
Απέχουν δυο βήματα απ’ τον ουρανό.

***

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΧΡΟΝΟΥ

Τα μεγάλα ρολόγια στο πάτωμα
Σκόνταψα πάνω τους κατά λάθος
Εξαρτήματα και βίδες στο χαλί
Παιδικά τραύματα εκτινάχθηκαν
Και καρφώθηκαν στους τοίχους
Νόμιζα πως σε λίγο θα ξημέρωνε
Ξυπνητήρια ηχούσαν σαν σειρήνες
Λεπτοδείχτες γυρνούσαν ανάποδα
Μεθυσμένοι ουρούσαν στην πόρτα
Κατάλαβα πως δεν είχα πια παρόν
Έτρεχα φοβισμένος στον ουρανό
Με χιλιετίες έμοιαζαν τα σύννεφα
Μου ‘δειχνε τα δόντια του ο Θεός.

Ξαφνικά άρχισε να βρέχει πολύ
Δυο ετοιμοθάνατοι με πλησίασαν
Και μου έδωσαν τρύπια ομπρέλα
Αντιμέτωπος με την αιωνιότητα
Κατάλαβα πως δεν είχα παρελθόν
Στρατιώτες δίπλα στα χαλάσματα
Έβγαλα καραμέλες απ’ την τσέπη
Και δωροδόκησα τους νεκρούς
Μετά αγόρασα μαύρο κοστούμι
Μπήκα σε κάντιλακ χωρίς οδηγό
Δεν ξέρω τη συνέχεια της ιστορίας.

Κι όταν απότομα άναψα το φως
Ένας καλοθρεμμένος ποντικός
Συναρμολογούσε τα ρολόγια
Και μου υποσχόταν ευθανασία
Κατάλαβα πως δεν είχα μέλλον
Κι άρχισα να γράφω ποιήματα
Που μιλούσαν για μικρά ρολόγια.

***

ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΣΜΑ

Ύπνος κουρασμένων υπαλλήλων
Το ξύπνημα σκληρό σαν πέτρα
Ρίχνουν λίγο νερό στο πρόσωπο
Ξεκινάνε για το ανεκπλήρωτο
Στον δρόμο μια καλημέρα οχιάς
Στη δουλειά δίπλα στο παράθυρο
Κοιτούν το βάθος του ορίζοντα
Παραγγέλνουν καφέ με βότσαλα
Ρουφάν τη θάλασσα με καλαμάκι
Στρίβουν τσιγάρα παραισθήσεων
Το μέλλον συνωμοτεί με το παρόν
Ανεβάζουν τη θλίψη στο γραφείο
Τη σκορπίζουν στο πληκτρολόγιο
Γεμάτη μαύρα στίγματα η οθόνη
Στοίβες χαρτιών, βαθιές ρυτίδες.

Βράδυ κουρασμένων υπαλλήλων
Ανοιξιάτικα όνειρα εκ παραδρομής
Περνούν ασυνόδευτα απ’ το κρεβάτι
Πηγαίνουν στη σάλα και ξεψυχάνε.

*Από την ενότητα “Ο Εισπράκτορας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό το μηδέν”, Εκδόσεις Στοχαστής, Καλοκαίρι 2017.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s