Γιώργος Αλισάνογλου, Δύο ποιήματα

Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις
 
«Στα Ουράλια βροχή από φωτιές
Έπεφτε από τον ουρανό
Στα Ουράλια βροχή από φωτιές
Δεν ξύπνησαν
Οι φλόγες ήρθαν
Και τους τύλιξαν_»
Κι αν ακόμα δεν υπάρχει η αθανασία
Θυμήσου τα πτώματα των ποιητών
Που πλέουν στο ποτάμι
Πως οδεύουν γαλήνια προς την αιωνιότητα
Με στίγματα Άνοιξης χαραγμένα στους χαυλιόδοντες
Με σβόλους αίματος στο ρόδο των κροτάφων
Πια, αδυνατώ να πω πως μοιάζουν
Πολλές οι αμαρτίες που θα τους παρομοιάζουν
Με τις κουρούνες του Κώστα Καρυωτάκη
Με το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίη
Έτσι όπως η Σύλβια ξερνάει ένα Άριελ
Άγριος κρίνος της Δύσης το φαρμάκι
Δεν ξέρω τίποτα πια – δεν ξέρω με τι μοιάζουν
Όμως τη νύχτα αυτή – η οικογενειακή κατακόμβη
Υψώνεται προς κάποιον ουρανό γεμάτη χρέη
Και ίσως να είναι της γενιάς τους πράγματι οι τελευταίοι
Που φέρνουν τα μηνύματα σε λάθος πια καιρό
Και γίνομαι ποίηση – ανθός λέω κι εγώ
Έτσι όπως φυτρώνουν όλοι απ’ τα μάτια μου
Καθώς κάνω να κοιτάξω τον υστερόφημο ουρανό
Μάτια γαλάζια – ωσαννά – τα χείλη από λάβδανο
Κι εμβατήρια λαών – πώς να το πω
Ώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!

***

Η Διάφανη Προσευχή

«Αυτήν την φορά δεν θα σας πω για το κορίτσι
Θα σας μιλήσω για το αγόρι»

Το φως με διαπέρασε Ολόκληρο
εμένα τον Αειφανή τον Αμφιφανή τον Αφανή
τον Εμφανή τον Καταφανή τον Προφανή
όλο το φως του κόσμου
μέσ’ απ’ τα σωθικά μου πέρασε
σαν να μην υπήρχε άλλο φως
σαν να μην υπήρχε άλλο σώμα
σαν να μην υπήρχε άλλος κόσμος
αυτό το όλο φως
αυτό το τόσο σώμα
αυτός ο μόνος κόσμος
διάτρητος από Ιθάκη
με τις μακριές του λόγχες-δεσμίδες
να ζυγίζουν την βαρύτητα του κορμιού μου
ολόκληρο με διαπέρασε
το φως
καθάριο και διαυγές
φιλεύσπλαχνο και θελκτικό
η ζωή έπαιρνε ζωή
διαπερνώντας την δική μου ζωή
σαν να ήταν διάφανη η ζωή μου
κι από μέσα – και μέσα απ’ το σώμα μου
γεννιόταν μια άλλη·
η μετά την ζωή ζωή μου
η μελλοντική ζωή
και διαμέσου της
περνούσαν οι ζωές–
όλες οι ζωές των ανθρώπων
συνωστίζονταν κι έλαμπαν
αθόρυβες
αθωράκιστες
πρόσφορες
σαν να επέστρεφαν για να δώσουν
μια απάντηση στα περίπλοκα ερωτήματα
κι όμως δεν ζητούσα καμμιά απάντηση
καμιά ταυτολογία ή ετυμηγορία
μόνο το φως να με διαπερνά
κοιτώντας ψηλά στον θόλο τ’ ουρανού
διάφανος από νεογέννητο αστερισμό
να διακρίνεται στο επέκεινα
να φωτίζεται σχεδόν απατηλά
η μετά/ ζωή μου
με μια ανεξίτηλη δυνατότητα να υπάρχω
και όλες οι ζωές των ανθρώπων να είναι εκεί διπλές
και το φως
το οριστικό φως
να με σημαδεύει σθεναρά
και όλες οι ζωές να επιστρέφουν
στο κορμί μου
όλες οι ζωές των ανθρώπων
να ζούνε απ’ τη δική μου ζωή
και λίγο λίγο
να λιγοστεύει η ζωή μου
να εκλείπει
δύσκολα να περιγράφεται
να αδυνατίζει
να ξεφεύγει από κάθε ορισμό
να παραδίδεται ξανά
στην παιδική μου ηλικία
άπληστη και ρευστή
στις ρίζες των πρώτων μου αριθμών
στην πόρπη της λήθης
να γίνεται η ίδια
φως
το άνευ όρων
φως
το τελικό
φως

Περίτμητο Απερίτμητο Άτμητο Αδιάτμητο Κατάτμητο Ακατάτμητο
Αγάμητο Λιθόδμητο Νεόδμητο Εύδμητο Αθέμιτο Απολέμητο Δυσπολέμητο Αδιανέμητο Ακατανέμητο Ανευφήμητο Ακοίμητο Αμίμητο Αξιομίμητο Πολυφήμητο Δυσμίμητο Ατίμητο Αδιατίμητο Αξετίμητο Πολυτίμητο Ανεπιτίμητο Ανεκτίμητο Αβλαστήμητο Ανοικοδόμητο Αγηροκόμητο Αταξινόμητο Ανοικονόμητο Ακληρονόμητο Αταχυδρόμητο Αλατόμητο Ακαρατόμητο

[Οι λέξεις δεν κατ/ονομάζουν το Φως·
το σβήνουν–
και μετά πάλι εσύ]

*Από τη συλλογή “Ο θάνατος των Ποιητών”.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s