Μίμης Κωστήρης, Ποιήματα

*Ανθολόγηση: Γιάννης Βούλτος


ΣΤΑΥΡΟΙ

Κεραίες υψώνονταν πάνω απ’ τις ταράτσες
Ένα δάσος πυκνό
μέχρι πέρα μακρυά
όσο πήγαινε το μάτι
όσο απλωνόταν η άχαρη πόλη
Σταυροί έλεγες σε απέραντο νεκροταφείο
Στις πολυκατοικίες μέσα
θαμμένοι οι ζωντανοί …

***

ΤΟΠΟΣ ΚΛΕΙΣΤΟΣ

Πήγε να γράψει ένα ποίημα από ήλιο
όλη τη μέρα μάζευε βότσαλα λέξεις
επίθετα στιλπνά, χαρούμενα
Ήθελε να το χαρίσει στη μάνα του
Ν’ ανοίξει η ψυχούλα της
Δεν μπόρεσε
Σκόνταψε στης γης τα ουσιαστικά

***

ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Σε μπαλκόνια σε ήθελα
πύρινος, της ανατροπής ο λόγος
να καίει το στόμα σου
Σε μαρμαρένια αλώνια
άκαμπτος ο δείκτης
να σημαδεύει τους ένοχους
Σε πεδία μαχών
έφιππος να μάχεσαι
τη συννεφιά του Κόσμου
Αρχάγγελο σε ήθελα – όχι γραφιά
Ρομφαία να κρατάς – όχι μολυβάκια
Τώρα ρίψασπις
παίζοντας της ιδιοκτησίας τα κλειδιά
περιφέρεις την αστική σου συνείδηση
στους υποταγμένους δρόμους
Αχ! Αλλιώς σου έπρεπε
κιοτή μου να ζήσεις
Κάλλιο να είχες νικηθεί·
χιλιάδες οι νικημένοι
Εσύ όμως παραδόθηκες!

***

ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥΝΤΑΙ

Απ’ το στόμα των αποθαμένων
ένα κόκκινο γαρύφαλλο βγαίνει
Το παίρνουν οι θεοί
για να σταλάξουν ελπίδα
στην πληγή μας
Οι Άγγελοι φυλάνε τα μνήματα
ανάβουν τα καντήλια
χαϊδεύουν με τις φτερούγες τους
τις εντάφιες πλάκες
Δεν παύουν ν’ ανθίζουν οι ασφόδελοι
Τα φύλλα της καρδιάς δεν πεθαίνουν
Μόνο ταξιδεύουν
Ταξιδεύουν βουβά στον αέρα
μ’ ένα χαμόγελο αισιοδοξίας
στα ανύπαρκτα χείλη

***

ΑΚΟΜΑ

Τελευταία το ίδιο όνειρο βλέπω
Ο πατέρας να με καλεί
απ’ τον ανοικτό τάφο
«Έλα άργησες…
Πρέπει να κλείσω…»
Κι η μητέρα πάντα πονόψυχη
να τον μαλώνει
«Άφησε το παιδί έξω να παίξει…»

*Από τη συλλογή «Της Γης τα Ουσιαστικά» Χαραμάδα, 2007.

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ

Ανθισμένη κερασιά
στρίβει στη γωνία
Φουριόζα
πέφτει πάνω μου
Εγκαταλείπομαι
ανθοβολημένος
στην αύρα της
Πώς να τα βάλεις
με την άνοιξη

***

ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΩΡΕΣ

Απορεί η νύχτα
Ο χρόνος
αμήχανος στέκει
Το κόκκινο νέρωσε
Τι χρώμα να δώσουμε
στα φτερά μας
Oι ωραίοι νεκροί
μας αποστρέφονται
Ούτε που έρχονται
στα όνειρά μας
Οι πλατείες
γέμισαν άδειους ήχους
Οι δρόμοι
χωρίς βάγια και κλάδους
Χωρίς ωσαννά
Στο σκοτάδι
όλη τη νύχτα έγραφα
έγραφα …
Το πρωί τίποτα δεν είχε μείνει
Λευκό το χαρτί με κοιτούσε

***

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Το χάος του ασήμαντου
νυχτωμένους μας βρήκε
και μας πέρασε τις χειροπέδες
Τώρα άμετρος λόγος ηγεμονεύει
Κουβέντες κούφιες
άναρθρες κραυγές
Οι καθαρές φωνές
λιώνουν στην απομόνωση
Κι εσύ στην παρανομία περνάς
Τις νύχτες βγαίνεις κρυφά
και στιχάκια γράφεις στους τοίχους

***

ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ

Αναπαυμένο το σώμα
αγκαλιάζεται
με το γενέθλιο χώμα
Η ψυχή όμως γυμνή
πώς να βιώσει
τόση περιπλάνηση

***

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

Δεν περνά πια
από εκείνον τον δρόμο
Κουράστηκε κάθε φορά
να ανακαλεί στην μνήμη
σπίτια κι’ αυλές
φωνές αγαπημένες
και εξαίσια
του γιασεμιού αρώματα
Μα πιο πολύ κουράστηκε
να σκάβει άσφαλτο και πεζοδρόμια
ψάχνοντας απεγνωσμένα για ’κείνα
των παλαιών βημάτων του τ’ αχνάρια …

*Από τη συλλογή «Άγρυπνες Ώρες» Χαραμάδα, 2009.

#Βιογραφικό: Ο Μίμης Κωστήρης γεννήθηκε στην Πάτρα το 1939, όπου και διαμένει. Διατηρούσε μέχρι το 2000 τεχνικό γραφείο ως τεχνολόγος μηχανικός. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά και έχουν βραβευθεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Διατηρεί διαδικτυακή ποιητική ιστοσελίδα στη διεύθυνση: http://kostiris.blogspot.com
Βιβλία του:
«Της Γης τα Ουσιαστικά» Χαραμάδα, 2007
«Άγρυπνες Ώρες» Χαραμάδα, 2009

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/4675

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s