Francesco Marotta: Η ποίηση: μια μορφή αντίστασης

Συνέντευξη στην Ευαγγελία Πολύμου
`
να γράφεις είναι μια μοίρα που τρέφεται από τον ίσκιο των ωρών
το ερωτικό αγκάθι όποιου δεν αφήνει τίποτα πίσω του
για να ʼναι στάχτη, στοιχείο του ανέμου
είναι χαραγμένο πάντα με γράμματα φωτιάς
μες στις ίριδες των σημαδιών που σέρνει

`
-Κύριε Μαρότα, σας καλωσορίζω στον ιστοχώρο του «Ποιείν». Τι είναι για εσάς η ποίηση και τι ρόλο παίζει στη ζωή σας;
-Καταρχάς, ευχαριστώ για την προσοχή σας και την πρόσκληση, είναι αληθινά τιμή και χαρά να φιλοξενούμαι στις σελίδες του «Ποιείν».
Η ποίηση, λοιπόν. Για μένα, δεδομένου ότι έχω ωριμάσει στην πορεία των χρόνων, ενώ συνεχίζω να θεωρώ σχεδόν αδιαχώριστες τη μελέτη και την περίσκεψη με την κειμενική πρακτική, είναι μία από τις υψηλότερες μορφές έκφρασης αντίστασης, κατά κύριο λόγο προς την εξουσία, τα εμβλήματά της, τα είδωλά της, τις μάσκες της και τα τελετουργικά της: εν ολίγοις, αντιπολίτευση σε όλα όσα ανέκαθεν αρνούνται το ανθρώπινο σε κάθε του εκδήλωση και διαφοροποίηση.
Ο ποιητής, σεβόμενος την ιδιότητά του, θα πρέπει να γίνει ενσυνείδητος κομιστής «καταιγίδας» και «ανατροπής», για να παραθέσω τη σκέψη ενός δημιουργού που μου είναι ιδιαίτερα αγαπητός, του Ρενέ Σαρ· θα πρέπει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να ανατρέψει, μαζί με τις προθεσμοθετημένες δομές της πραγματικότητας, ακόμη και την παράδοση της ίδιας της γλώσσας στις λογικές που συμβάλλουν στον καθορισμό εκείνων των δομών κι εκείνης της πραγματικότητας: αλλά, για να γίνει αυτό πράγματι εφικτό, ο ποιητής θα πρέπει να είναι σε θέση να εδραιώσει μια μοναδική και διαχρονική ηθική σχέση με τη λέξη, δίχως την οποία η άσκηση της γραφής γίνεται καθαρή καλλιγραφία, ένα «κεντίδι στο δέρμα του τίποτα».
Η ηθική δεοντολογία, στην περίπτωση αυτή, δεν θέλει να υποβάλλει μόνο μια ανάκληση στο μήνυμα του κειμένου και στις υπονοούμενες ή δηλωμένες αλληλο-συσχετιζόμενες αξίες, όσο μάλλον μια αναγνώριση της ελευθερίας, της αναγκαιότητας ύπαρξης του άλλου, δηλαδή της λέξης ως τέτοιας: όχι πλέον μόνον ένα εργαλείο, αλλά μια οντότητα, που στα έγκατά της καθιζάνουν κι ενοικούν στιγμές ασυμβίβαστες με την καθαρή παρουσίαση του δεδομένου: η μεταμόρφωση και η ακρότητα, ως εκ τούτου, ενάντια στην υπόσταση, δηλαδή την άρνηση όλων όσων, ακατάσχετα, περνούν πέρα από τους στατικούς κλωβούς, αμείλικτα βίαιους και απαγορευτικούς, της κυρίαρχης άποψης.
Ναι, η ποίηση κατέχει βεβαίως έναν εξέχοντα ρόλο στη ζωή μου, αλλά δεν την εξαντλεί, αυτό όχι, έστω κι αν από αυτήν είναι που παίρνει ώθηση και ρέει, ίσως επειδή είναι ακριβώς ο διαλεκτικός ριζοσπαστισμός στις αντιφάσεις της κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας μες στην οποία γεννήθηκα, μαζί με την ηθικο-πολιτική ουσία των αξιών μες στις οποίες μεγάλωσα, για να ανατροφοδοτούν, αν και σε μορφές τελείως δικές μου, εκείνη τη διερεύνηση, εκείνο το ακατάπαυστο experimentum mundi (πείραμα του κόσμου) διαμέσου κι εντός της λέξης που τώρα πια δεν θα μπορούσα επ’ ουδενί ν’ απαρνηθώ.
`
-Η ποίηση, κατά τη γνώμη σας, περικλείει πρωτίστως τη γνώση ή το συναίσθημα;
-Πιστεύω ότι ο ποιητικός λόγος μπορεί να πει τα πάντα, κι ότι με αυτό το πάντα εκφράζεται μια απόλυτη ελευθερία άνευ αιτίας, μια ακατάπαυστη ανακάλυψη άλλων εννοιών, ήχων – φωνών – προσώπων που προσθέτουν, σε κάθε στάδιο της διερεύνησης, άπειρες, καινούριες νότες και καινούριες ψηφίδες στην παρτιτούρα και στο μωσαϊκό της ανθρώπινης ύπαρξης.
Είναι ουσιαστικά μια πορεία γνωσιολογικής τάξης, αν προτιμάτε, αλλά χαραγμένη πάνω σε ένα χάρτη εντελώς αντισυμβατικό, εκτός ελέγχου και πέρα από τη γραμμή των προδιαγεγραμμένων διαδρομών, η οποία έχει ως άκρα skèpsis και hairesis (σκέψη και αίρεση), και καμιά άλλη σκοπιμότητα πέρα από το άκουσμα όσων, κατά τη γνώμη μας, υπερχειλίζουν σε άλλες μορφές, χωρίς βεβαιότητες όσον αφορά τις υποτιθέμενες απόλυτες αλήθειες, που μας έχουν δοθεί ή που πρέπει να ανακαλυφθούν: μια διαδρομή που τροφοδοτείται και υποστηρίζεται μόνον από την ηχώ των βημάτων, την ηχώ που γίνεται φωτιά από σημάδια πάνω στη σελίδα, απ’ τη φωτιά που είναι η καρδιά που σπαρταρά από ερωτήματα δίχως αρχή και τέλος.
Το συναίσθημα, επομένως, όπως κάθε άλλη αξίωση, (συγκινησιακή, διαισθητική, διανοητική, κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική) δεν μπορεί να είναι αποξενωμένο από αυτή την περιπλάνηση, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική αιτία ύπαρξής της, υπό την έννοια ότι, αν μία ποίηση γεννιέται σκοπίμως για να συγκινήσει, να δώσει ελεύθερη διέξοδο σε μια ανάγκη, για να πείσει, να υποστηρίξει ένα επιχείρημα ή οτιδήποτε άλλο, αυτή απλά δεν-είναι-πια ποίηση: θα είναι ένα χειροτέχνημα, ένα αντικείμενο, μια παραγωγή, ένα κείμενο αξιόλογο για πολλούς στίχους και σε πολλά πεδία, κι επίσης με εξαιρετικό περιεχόμενο, σχεδιασμό και δομή, γιατί όχι, αλλά όχι πια ποίηση, εφόσον η πρόθεση, ακριβώς εκείνη που εκφράστηκε κι όχι μια άλλη, αποκλείοντας το πολυσχιδές που συνιστά την ολότητα της πλουραλιστικής της φύσης, της αρνείται κάθε συγκρότηση ύπαρξης.
`
-Στο ποίημά σας «Ως την τελευταία συλλαβή των ημερών», αποτυπώνεται το πάθος της γραφής ως αναγκαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, ένα πεπρωμένο σταλμένο εξ’ ουρανού: «να γράφεις είναι μια μοίρα που τρέφεται από τον ίσκιο των ωρών/να γράφεις είναι μια ώρα που τρέφεται απ’ τη μοίρα». Ο ποιητής λοιπόν γεννιέται ή γίνεται μέσω της αδιάλειπτης πρακτικής;
-Γεννήθηκα, κι έζησα για αρκετά χρόνια, σ’ έναν κόσμο αγροτιάς, στις περιφέρειες της ύπαρξης και της ιστορίας, αφανή κι ανήκουστο, έναν κόσμο του οποίου οι εμβρίθειες και οι σιωπές επισωρεύθηκαν πάνω μου, μέρα με τη μέρα, μέχρι που συγκρότησαν σχεδόν ένα δεύτερο δέρμα, μια δεύτερη φύση που με τον καιρό έγινε πρακτικώς δυσδιάκριτη, με πράξεις και σκέψεις, από όλα εκείνα που ήμουν και είμαι, που θα μπορούσα να είμαι και που έχω γίνει.
Αυτή είναι η αρχική μήτρα, η κύρια πηγή της ποιητικής μου γραφής: μια μοίρα που δεν είναι ουράνια εντολή (μια τέτοια ιδέα μού είναι εντελώς αδιανόητη), αλλά ένα κληροδότημα, ένα έργο που γεννήθηκε από μια περίσταση κι από μια συγκεκριμένη υπαρξιακή και κοινωνική κατάσταση, από τον ίσκιο των ωρών που πέρασαν με το να διερευνώ και να προσπαθώ να ερμηνεύσω τις μορφές και τα γράμματα μιας επικοινωνίας, ισχυρής όπως οι τεκτονικές πλάκες και βαθιάς όπως η αξιοπρέπεια του ιδρώτα που τα κάνει ν’ ανθίσουν, καμωμένης μόνο από χειρονομίες και βλέμματα, να αποκωδικοποιώ και να απομνημονεύω εκείνο το φαντασιακό αλφάβητο σιωπών. Νά γιατί το αλληγορικό τραύμα που υφαίνει η γραφή μου από κείμενο σε κείμενο κοσμείται πάντα με μεταφορές φυσικής τάξης – μεταφορές που περισσότερο από καρπός ρητορικής ή στιλιστικής επεξεργασίας είναι στοιχειώδη οράματα που βιώθηκαν κατά την παιδική κι εφηβική ηλικία κι επανεμφανίστηκαν πάνω στη σελίδα σχεδόν αυθαίρετα, γεγονός που δηλώνει απλώς πόσο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με το φορτίο εμπειριών που κουβαλάω και με τη γλώσσα που χρησιμοποιώ για να τους δώσω φωνή.
Η ποίηση δεν είναι ένα δώρο έμφυτο, αλλά μια συνεχής, καθημερινή άσκηση, καμωμένη με προσοχή, βούληση υπέρβασης και θάρρος: το θάρρος που απαιτείται για να κυνηγήσουμε τα σημάδια ενός γεγονότος που γράφτηκε εξ ολοκλήρου στον ιλιγγιώδη ορίζοντα του πεπερασμένου μας, το ίχνος που απομένει από τον διασκορπισμό μας κατά την προσάραξη.
`
-Η Ιταλία δοκιμάζεται επίσης, αν και σε μικρότερη ένταση απ’ ό,τι η Ελλάδα, από οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά προβλήματα. Θεωρείτε πως έχουν αυτά θέση στη θεματική της σύγχρονης ποίησης, ή συμμερίζεστε την άποψη ότι η ποιητική έμπνευση είναι καρπός απομόνωσης του ποιητή από τα κοινά; Ποιός ο ρόλος και η συνεισφορά της ποιητικής τέχνης στη σύγχρονη κοινωνία;
-Καμία ποίηση, ακόμα κι εκείνη η φαινομενικά μακρινότερη από αυτές τις προβληματικές, δεν μπορεί να είναι απρόσβλητη, να μείνει ξένη ως προς τα γεγονότα του κόσμου που γεννήθηκε και στον οποίο, ωστόσο, απευθύνεται και ανταποκρίνεται με τους πιο διαφοροποιημένους σκοπούς και μορφές.
Δεν πιστεύω στην απομόνωση και στην έμπνευση: πρόκειται για όρους που αντιμετώπιζα πάντα με βαθιά καχυποψία, επειδή προξενούν την ιδέα μιας σχεδόν θεϊκής, μυστικιστικής γέννησης, της ποιητικής δημιουργίας – που βγαίνει προς τα έξω τυλιγμένη σε μια αύρα ιερότητας και απαραβίαστου, αμέθεκτου και απρόσβατου, ενώ αντιθέτως το «ποιείν» είναι η πιο γήινη και η πιο στοιχειώδης από τις ανθρώπινες δραστηριότητες: μία αέναη δημιουργία μορφών που, στερημένες από τους προορισμούς χρήσης των κατηγοριών του κέρδους, τίθενται από την ίδια τους τη φύση, σε σταθερή αντιπολίτευση προς καθετί που τείνει να περιορίσει την ύπαρξη στην πνιγηρή κοίτη εκείνων των ίδιων κατηγοριών που ορθώθηκαν στο σύστημα. Η ποίηση είναι πάντα, από αυτή την άποψη, ένα γεγονός κατ’ εξοχήν πολιτικό.
Επομένως, μπορεί κανείς να κάνει, μάλλον πρέπει να κάνει, μια ποιητική της αντίστασης, αιρετική, σχισματική, ριζοσπαστική, πολιτική, και πολλές τεχνικές, προς αυτή την κατεύθυνση, έχουν εκτενώς διερευνηθεί, δοκιμαστεί, εφαρμοστεί. Παραμένει, ωστόσο, μια ουσιώδης παρανόηση, ένας άλυτος θεωρητικός κόμβος στην πλειονότητα αυτών των διατυπώσεων, που, κατά τη γνώμη μου, καθορίζει όχι λίγο τις προθέσεις και την πρακτική γραφής πολλών αλλά και ικανότατων ποιητών, που κατηγοριοποιούνται πρόχειρα, ιδιαίτερα στην Ιταλία, ως «πολιτικοί ποιητές»: κι ότι, δηλαδή, η καταγγελία περνάει αμετάβλητα μέσω της αναβίωσης, σε αντεστραμμένες παραμέτρους, εκείνης της ίδιας της αλλοτριωμένης πραγματικότητας έναντι της οποίας τίθεται, δίνοντας αφορμή για παρουσιάσεις που χρησιμοποιούν, σε επίπεδο επικοινωνίας, την ίδια εκείνη γλώσσα που προξενεί και διασπείρει την υποβάθμιση, την εμπορευματοποίηση, την υποστατικοποίηση του υπαρκτού. Το αποτέλεσμα, στην καλύτερη περίπτωση, είναι μία ποίηση «παρηγορητική», ευκαιριακή, σαν λαϊκά εικονίδια αγίων, που έχει την ίδια ανεδαφικότητα, σε ένα επίπεδο φαινομενικά μόνον εναλλακτικό, όλων των ποιητικών που ζυμώθηκαν με διακαείς πόθους σε υπερβατικό βαθμό και διανοητικές αναφλέξεις ποικιλοτρόπως ταιριασμένες.
Προσπαθώ, στα όρια του εφικτού, να κάνω, ή τουλάχιστον να υπονοήσω, μια διαφορετική διαδρομή, διακινδυνεύοντας το απόλυτο σκοτάδι, την αέναη περιπλάνηση της αίσθησης, μόνο και μόνο για να ξεφύγω από αυτές τις αυτο-απαλλακτικές λογικές που ομαλοποιούν, αυτές ναι, την εγκεκριμένη εμπορευματοποίηση των όμορφων μορφών και των όμορφων ψυχών.
Τι είναι, στην ουσία, αυτό που επιτρέπει στην εξουσία να διαιωνίζεται μέσα από τον έλεγχο, την απόρριψη της διαφορετικότητας, τον ζωντανό ενταφιασμό κάθε μορφής ετερότητας, στην τέχνη όπως και στην πραγματική ζωή της κάθε μέρας, εδώ και τώρα; Τίποτε άλλο από τη «γλώσσα», τις καθιερωμένες και αλληλο-κατευθυνόμενες μορφές επικοινωνίας, έναν λόγο που στερείται ζωής, που δεν κατονομάζει και δεν αναδημιουργεί τον κόσμο, αλλά τον εγκλωβίζει μέσα στην, δίχως ματιά και δίχως φωνή, αντικειμενικότητα των ειδώλων απ’ τα οποία έχουμε κατακλυσθεί. Και είναι εδώ που καταβάλλονται προσπάθειες, που προμηνύουν τουλάχιστον μια εναλλακτική δυνατότητα: να ξαναπάμε σε έναν πρωτογενή λόγο, ουσιώδη, απογυμνωμένο· να αποκαταστήσουμε στη λέξη την ελευθερία της, εκείνη του να «είναι» πριν να «σημαίνει» να την κάνουμε να μιλά τη γλώσσα των πραγμάτων στην πρωταρχική τους εμφάνιση, πριν το κύκλωμα της παρουσίασης/σημασίας την ξανακλείσει, μέσω των τυπικών μηχανισμών της μουσειακής παράδοσης και της επίσημης ακαδημαϊκής συνενοχής, στην κρεατομηχανή των ετικετών, των σχημάτων, των εγκεκριμένων τεχνητών προωθήσεων στην ορατότητα δίχως ήχο και δίχως ουσία.
Με ενδιαφέρει όποιος εκτίθεται, μέρα με τη μέρα, στους δρόμους, στους τόπους όπου εκκολάπτεται η σύγκρουση, η διαλεκτική· όποιος βυθίζεται στις αντιφάσεις και στους σπαραγμούς και τα βιώνει στο πετσί του· όποιος αισθάνεται τον εαυτό του ως μέρος -κι έχει συνείδηση ότι το είναι – της ίδιας περιθωριοποιημένης και δίχως φωνής ανθρωπότητας· δεν με ενδιαφέρει διόλου όποιος πιστεύει ότι έχει επιτελέσει το ηθικό, πολιτικό, κοινωνικό του χρέος, προφασιζόμενος μια απλώς φαινομενική απόσταση από τους τόπους του ντόμινο που προξενεί περιθωριοποίηση και πόνο, κάνοντας ήσυχα ήσυχα τη δουλίτσα του με στίχους και, με αυτόν τον τρόπο, φιμώνοντας, αναισθητοποιώντας με καλές προαιρέσεις, τη συνείδησή του.
Εάν μου είναι αρεστή η κατάσταση των τελευταίων, εγώ με τους τελευταίους ζω και αναλώνω την ύπαρξή μου, δεν τους προσφέρω μια ποίηση, έστω καλογραμμένη και πολιτικώς ορθή, λέγοντας «νά, είναι για σας»: αν είμαι ποιητής, και το είμαι αρχίζοντας από εκείνην τη ριζοσπαστική επιλογή, εγώ θέτω τα εργαλεία μου στη διάθεση ενός συνειδητού σχεδίου υπονόμευσης των δομών που επάνω τους στηρίζεται η εξουσία, δηλαδή των δομών της επικοινωνίας που διαιωνίζουν τον έλεγχο. Η αίρεση, η διαφωνία, η αντιπολίτευση βρίσκονται εδώ: γιατί η ποίηση, εκείνη η αληθινή, εκείνη που ζητά από τη λέξη να υφίσταται, γεννιέται ως «κλίση ανατρεπτική»: ανατροπή της τάξης των σημείων μέσω της οποίας η εξουσία διαιωνίζει εδώ κι έξι χιλιάδες χρόνια έλεγχο και κυριαρχία.
Ο Ρενέ Σαρ, για να δώσω ένα παράδειγμα που ίσως μπορεί να εξηγήσει καλύτερα τη σκέψη μου, «δεν» έγραψε σελίδες «όμορφες» ή «χρήσιμες» για την αντίσταση, αλλά την αντίσταση την «έκανε», με όπλα: κι ενώ μαχόταν για να αποκαταστήσει στους ανθρώπους (δηλαδή πρωτίστως στον εαυτό του) την πληγωμένη και ταπεινωμένη τους αξιοπρέπεια, ως ποιητής έσκαβε μέχρι στα έγκατα των λέξεων, μέχρι να διαμελίσει τις έννοιες τους, αντιτάσσοντας σκοτάδι στο σκοτάδι, στην αναζήτηση εκείνων των «φευγαλέων στιγμιότυπων της ύπαρξης» όπου η ζωή ξαναβρίσκει «την άβυσσο και την κορυφή», «την οργή και το μυστήριο»: το ανεπανάληπτο πεπερασμένο των ριζών της και των παρακλαδιών της.
Οι σελίδες του για τη Μαγδαληνή με το λυχνάρι, του Georges de la Tour απαρτίζονται από λέξεις που πάντα θα ορθώνονται ενάντια σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού και καταπίεσης· έτσι όπως η σκοτεινιά της αμυγδαλιάς του Τσέλαν θα λάμπει για πάντα, ως μια προειδοποίηση στη μελλοντική μνήμη, ενάντια σε κάθε μορφή βίας και άρνησης της ζωής και των διαφορετικοτήτων της.
Η «πολιτική» ποίηση είναι τούτη: ένα σώμα λέξεων που μιλάει για ελπίδα και μέλλον, αλλά το κάνει, όπως κάθε τέχνη που σέβεται τον εαυτό της, με εργαλεία που είναι μόνο δικά της, εκείνα που τη διαφοροποιούν από κάθε άλλη μορφή ανθρώπινης δραστηριότητας. Όποιοι πιστεύουν ότι τα ποιήματα θα αλλάξουν τον κόσμο, απλά εξαπατούν τον εαυτό τους κι εκείνους που τα διαβάζουν: ο κόσμος αλλάζει, ο αλλοτριωμένος υπαρκτός ανατρέπεται και πέφτει μόνο με τη δύναμη της θέλησης και των ιδεών και με τη συγκεκριμένη δράση της καθημερινής δέσμευσης και του αγώνα: τα ποιήματα μπορούν μόνο να μας θυμίζουν, καθώς προσπαθούμε να τον αναδομήσουμε, τον κόσμο, ποιά τα δομικά στοιχεία που είναι απαραίτητα και δεν γίνεται να μην χρησιμοποιήσουμε, ποιά εκείνα που πρέπει να ξεσκαρτάρουμε ώστε να αποφύγουμε αύριο να καταρρεύσουν τα πάντα και πάλι.
`
-Για σας η Ελλάδα είναι…
-Ειπωμένο χωρίς καμιά ρητορική: η γη των ριζών μου. Η ανακάλυψη, στα δεκαέξι μου χρόνια, της μεγάλης κληρονομιάς που αντιπροσωπεύει η τραγική ποίηση, ιδιαιτέρως το έργο του Σοφοκλή, κατηύθυνε αμετάκλητα την ύπαρξή μου και τη ματιά μου στον κόσμο. Είναι μια μεγάλη μάνα στην οποία, έκτοτε, δεν σταματώ να επανέρχομαι κι απ’ την οποία συνεχίζω να αντλώ πλουσιοπάροχα φωνές και υποβολές.
`
-Είναι γεγονός ότι οι καλές μεταφράσεις μάλλον σπανίζουν. Έχοντας επίγνωση του ρίσκου που συνεπάγεται η μετάφραση της ποίησης, αποφάσισα ότι αξίζει να πάρω το ρίσκο και να παρουσιάσω σε ελληνική μετάφραση, κάποια ποιήματά σας. Είστε κι εσείς μεταφραστής. Θεωρείτε πως είναι εύκολο να αποδοθεί το πνεύμα ενός ποιητή σε άλλη γλώσσα;
-Μια συζήτηση σχετικά με τη μετάφραση, η οποία είναι και παραμένει μια τέχνη πάντα στα σκαριά, θα ήταν δύσκολο να εξαντληθεί μέσα σε λίγες γραμμές, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει εξαιρετικά κοινότοπη, ιδιαιτέρως σήμερα που οι θεωρητικές επιλογές από τις οποίες αντλούμε, είναι άμεσα προσβάσιμες κι όχι πλέον αποκλειστική κληρονομιά των ειδικών επί του θέματος. Είναι αδύνατον, λοιπόν, να φανταστεί κανείς ότι μπορεί να πει κάτι το καινούριο και το διαφορετικό σε σχέση με όσα η συγκεκριμένη διαμάχη τον τελευταίο μισό αιώνα, έχει ήδη φέρει εκτενώς στο φως.
Θεωρώ, εντούτοις, ότι η ύπαρξη τουλάχιστον μιας μεθοδολογίας αναφοράς, αν όχι μιας ρητής και κατηγορηματικής θεωρίας, είναι ένα πρόβλημα που δεν μπορεί ποτέ να παρακαμφθεί εκ μέρους όποιου αποδέχεται τον κίνδυνο της μεταφοράς ενός κειμένου ή ενός ολόκληρου έργου σε μια άλλη γλώσσα. Σε αντίθετη περίπτωση, πράττει κάτι άλλο – ίσως συναρπαστικό και συγκινητικό, αλλά εκτός του μεταφραστικού ορίζοντα, που επιβάλλει αυστηρότητα και αποκλείει εκ προοιμίου κάθε μορφή αυτοσχεδιασμού…
Επομένως, παίρνοντας ως δεδομένο (τουλάχιστον για μένα) ότι μια «τέλεια» μετάφραση δεν υπάρχει και δεν θα μπορέσει ποτέ να υπάρξει, κι ότι μια «κατά γράμμα» μετάφραση είναι πάντα ανεπαρκής, όταν δεν καταλήγει σε μια ρητή και σαφή λεξιλογική και συντακτική απόκλιση, θεωρώ ότι η φιλολογική ακρίβεια και η ερμηνεία του εν λόγω κειμένου (χειρισμοί που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν χωρίς την πρότερη γνώση της ποιητικής του δημιουργού) αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση κάθε πιθανής διαδικασίας. Είναι αυτονόητο ότι ο στόχος κάθε εργασίας τέτοιου είδους, ακόμη κι αν έχει τελείως εκλαϊκευτικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να διαφεύγει της συναίσθησης ότι πρόκειται, σε τελική ανάλυση, για προσεγγίσεις, απόπειρες, προσπάθειες, μικρών συνεχών κατολισθήσεων προς ένα κέντρο που δεν προσδιορίζεται, επειδή, απλώς, βρίσκεται πάντα ένα βήμα πέρα από το επιτευχθέν αποτέλεσμα.
`
-Οι έρευνες σε Ελλάδα και Ευρώπη καταδεικνύουν ότι οι νέοι άνθρωποι βαριούνται να διαβάζουν ποίηση. Ως καθηγητής ο ίδιος, θεωρείτε ότι ευθύνεται γι’ αυτό ο τρόπος διδασκαλίας της στα σχολεία; Κατά τη γνώμη σας, διδάσκεται η ποίηση;
-Η πρακτική και η διάδοση της ποίησης ήσαν πρωταρχικοί μου στόχοι ως καθηγητή Λογοτεχνίας, στην προσπάθεια, συχνά επιτυχή, οι μαθητές να προσεγγίσουν τη ζωντανή και παλλόμενη καρδιά, πάντα διαχρονική και σύγχρονη, εκείνης που είναι σίγουρα η αρχαιότερη τέχνη: η μαρτυρία του κόσμου υπό μορφή τραγουδιού.
Ακόμα και σήμερα, ως διδάσκων Φιλοσοφίας, στις παραδόσεις μου χρησιμοποιώ αφειδώς το ποιητικό κείμενο, μόνο και μόνο για να κοινωνήσω και να καταστήσω τις έννοιες προσιτές, ειδάλλως δυσνόητες, προορισμένες να απομείνουν, τις περισσότερες φορές, στο πεδίο των απλών διατυπώσεων, εντελώς ανεκμετάλλευτων, εκ μέρους των νέων, στη διαδικασία επεξεργασίας του ιδεατού τους και της ανθρώπινης και πολιτιστικής τους εξέλιξης. Για να δώσω ένα παράδειγμα: πολλές φορές, για να εισαγάγω τους μαθητές στην πολυπλοκότητα του γνωσιολογικού έργου του Καντ Κριτική του Καθαρού Λόγου, ξεκινώ από την ανάγνωση-ανάλυση-συζήτηση του ποιήματος Το άπειρο του Τζάκομο Λεοπάρντι…
Παραμένει το γεγονός, εντούτοις, ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες ατομικές επιτυχίες, και παρά την καλή θέληση πολλών εκπαιδευτικών άξιων να καινοτομούν στο πλαίσιο διδακτικών πεδίων προκαθορισμένων εκ των άνω, το σχολείο, ιδίως στην Ιταλία, είναι ένας από τους μεγαλύτερους υπεύθυνους της απομάκρυνσης των νέων από την ποίηση κι από τη λογοτεχνία εν γένει: το σχολείο βρίσκεται στο κέντρο ενός πολιτικού σχεδίου παλινόρθωσης, συνειδητής αποσταθεροποίησης, καταστροφής και περιθωριοποίησης όλων όσων προσφεύγουν σε πρακτικές κριτικής γνώσης, στην αυτονομία των θεμάτων εκμάθησης, στην αναγνώριση της ιδιαιτερότητάς του ως φορέας άλλων πολιτιστικών αναγκών σε σχέση με το υφιστάμενο, ανάγκες στις οποίες θα έπρεπε να δοθεί φωνή.
Η ποίηση δεν διδάσκεται: μπορούν να διδαχθούν οι τεχνικές, οι ρητορικές, οι μορφές, τα είδη, οι συμβάσεις, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την ιστορική εξέλιξη, την αλληλεπίδραση με άλλους τομείς της έκφρασης, την αισθητική θεωρητικοποίηση, την αλληλοδιαδοχή των ποιητικών: αλλά μόνο εκ των υστέρων, γιατί αυτά τα εφόδια καταλήγουν σε σκέτη παρακαταθήκη άψυχων γνώσεων, αν εκ των προτέρων δεν έχει αναπτυχθεί το δέος, αν εκ των προτέρων δεν έχει γίνει η συνάντηση με εκείνη την άλλη ματιά γύρω απ’ τον κόσμο και τα πράγματα που όλοι, ασυνείδητα, κουβαλάμε μέσα μας και που καμιά θεωρητική αρχιτεκτονική δεν θα μπορούσε ποτέ να εκφράσει χωρίς κανείς να πέσει απάνω της, να της ορμήξει και να καθηλωθεί από εκείνη, μες στη ζωντάνια της σελίδας που μας μιλά.
`
-Ποιούς Ιταλούς ή ξένους ποιητές, και ποιά αγαπημένα σας βιβλία θα προτείνατε στους έλληνες αναγνώστες;
-Για να απαντήσω στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να ανατρέξω σε ολόκληρη την πινακοθήκη των πάμπολλων δημιουργών που με τα χρόνια αντάμωσα στο διάβα μου, γιατί όλοι, υπό διαφορετική ιδιότητα και σε διαφορετικό βαθμό, έχουν συμβάλλει στον προσδιορισμό της περιμέτρου στο εσωτερικό της οποίας βρήκα τρόπο να αναγνωρίσω τη φωνή μου και την έκτασή της, τις δυνατότητές της και τις παρεκκλίσεις της. Θα περιοριστώ, για προφανείς λόγους χώρου μόνο στο ιταλικό πανόραμα (αλλά κανά δυο ονόματα ξένων ποιητών που είναι αδύνατον να προσπεράσω, θεωρώ εντούτοις ότι τα έχω αναφέρει), κυρίως κατά τον τελευταίο αιώνα, όχι χωρίς να προτάξω ότι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν αγάπησα ποτέ ιδιαιτέρως την αγιοποιημένη και μουσειακή λογοτεχνία σε ανθολογίες και ρεπερτόρια, επειδή πάντα θεωρούσα (και σήμερα το σκέφτομαι περισσότερο από ποτέ) ότι κάθε λειτουργία του είδους κινείται από το συνειδητό αποκλεισμό, εκ μέρους κάποιας ακαδημαϊκής κριτικής, των πιο ανυπότακτων φωνών, που δυσκολότερα μπορούν να ενταχθούν, πιο απρόσιτων κι απομονωμένων αλλά, για μένα και τη συγκρότησή μου, απολύτως αναγκαίες, ανεξάντλητες πηγές μιας σύγκρουσης που συνεχίζεται ακατάπαυστα εδώ και μερικές δεκαετίες. Μιλώ για ποιητές που με το έργο τους είμαι βαθύτατα συνδεδεμένος, όπως των: Εμίλιο Βίλα, Aμέλια Ροσέλι, Πατρίτσια Βιτσινέλι, Κοράντο Κόστα, Λορέντζο Καλοτζέρο· και, ερχόμενοι σε χρόνους εγγύτερους σε μας, των: Νάνι Κανιόνε, Τζουλιάνο Μέζα, Φλάβιο Έρμινι, Κριστίνα Αννίνο, Λουίτζι Ντι Ρούσο, ΄Ιντα Τράβι, Μαριέλα Μπεταρίνι, Μπιάτζιο Τσεπολάρο – κατά τη γνώμη μου, οι υψηλότερες κορυφές της ιταλικής ποιητικής παραγωγής τα τελευταία τριάντα χρόνια. Σε αυτούς θα πρόσθετα μια δεκάδα νεότερους δημιουργούς, εξαιρετικού επιπέδου όλοι τους, αλλά προτιμώ να μην κατονομάσω ώστε να αποφευχθεί κάποια ασυγχώρητη παράλειψη της στιγμής. Πολλοί, ωστόσο, έχουν παρουσιαστεί εκτενώς μέσα από τις σελίδες του blog μου.
`
-Ποιά η θέση του έρωτα στην ποίηση και στη ζωή σας;
-Εάν η ποίηση είναι η πράξη μιας λέξης που προσφέρεται με την ανιδιοτέλεια της δοτικότητάς της και σ’ αυτήν βρίσκει την πρωταρχική ρίζα της ύπαρξής της η ελευθερία και το πεπρωμένο της ελευθερίας, αυτή η πράξη είναι κατ’ ουσίαν αγάπη, δηλαδή διεύρυνση και ματιά, και οι μορφές με τις οποίες ενεργοποιείται το κύκλωμα αυτού του δώρου είναι άπειρες, και ατέλειωτα ακωδικοποίητες, ακριβώς όπως και οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται η ζωή.
Όποια κι αν είναι η «μορφή» με την οποία εκδηλώνεται και αποκλίνει, όποιο κι αν είναι το αντικείμενο στο οποίο απευθύνεται, για να το αφομοιώσει και/ή να επιτρέψει στον εαυτό του να αφομοιωθεί, η λέξη αγάπη μού έφερνε πάντα στο νου μια υποβολή που ωρίμασε κατά την παιδική μου ηλικία, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το Δεκαήμερο, τη μητέρα όλων των αφηγήσεων (επειδή η αγάπη είναι διήγημα, récit, poème, θέατρο, διάλογος, συνάντηση): ότι πρόκειται για μια μεταμορφική δύναμη που γίνεται ένα με την ύπαρξη στην πληρότητά της, μιας ακατάπαυστης κίνησης που εκδηλώνεται με ένα συναίσθημα, συμπτωματικό ή δομημένο, ποθητό, που υποκρύπτει μια απέραντη τάση προς το άλλο, προς εκείνο το διαφορετικό που από μόνο του λέει το όνομά μας, μας ορίζει ως πρόσωπα και φωνές, δημιουργεί το αλφάβητο και το χάρτη των ερωτημάτων που μας ενοικεί.
Δεν μπορεί να αγαπά, ακόμη και αναμασώντας διαρκώς και διατυμπανίζοντας τις προθέσεις του, και κατά συνέπεια δεν ζει, οποίος έχει καταργήσει την ετερότητα από τον οπτικό του ορίζοντα, όποιος δεν αναγνωρίζει εκείνη την απουσία ως ένα χώρο της ύπαρξής του, σωματικό και ψυχικό, που πρέπει να καλύψει, πρέπει να κατοικήσει – αφηνόμενος συγχρόνως να καλυφθεί και να κατοικηθεί.
`
-Είστε ο ιδρυτής μιας πολύ σημαντικής πρωτοβουλίας για την προώθηση της ποίησης στο διαδίκτυο, του ηλεκτρονικού περιοδικού “RebStein’. Τελικά ποιά είναι η σχέση ποίησης και διαδικτύου;
-Είμαι ασφαλώς ικανοποιημένος από το έργο που έχει επιτελεσθεί στο «RebStein», ιδίως όσον αφορά τη διάδοση φωνών κι εμπειριών που ειδάλλως προορίζονταν να μείνουν στο περιθώριο της ποιητικής διαμάχης. Ωστόσο, τον τελευταίο καιρό, κοιτάζοντας το πανόραμα των ιταλικών λογοτεχνικών blog και τις αδιαμφισβήτητες αποκλίσεις στην κατεύθυνση ταυτότητας – εξουσίας που συμπαρασύρουν λίγο πολύ όλους, ιδιαιτέρως τους μεγαλύτερους, είμαι αρκετά αμήχανος κι εύλογα σκεπτικιστής για το μέλλον της αλληλεπίδρασης ποίησης – διαδικτύου.
Με κάθε ειλικρίνεια, θεωρώ ότι η σημερινή «πνοή» της διαδικτυακής λογοτεχνίας έχει γίνει ομοούσια, και φοβάμαι ότι η διαδικασία είναι τώρα πια μη αναστρέψιμη, στο τεχνητό κλίμα που τροφοδοτεί τη βουλιμική υπερπαραγωγή βιβλίου – εμπορεύματος πάνω στα ράφια των εμπορικών κέντρων: πελώριες στοίβες από σκαρταδούρα σε bit και files να ανταγωνίζονται με στοίβες από μπαγκατέλες σε τυπωμένες σελίδες.
Ως και δυο χρόνια πριν, ήμουν απολύτως πεπεισμένος ότι το διαδίκτυο θα μπορούσε πραγματικά να αντιπροσωπεύει ένα «επαναστατικό» σημείο καμπής, ικανό να ανατινάξει τις υφιστάμενες ισορροπίες, να προοιωνίσει τη δυνατότητα μιας χαρτογράφησης «από τα χαμηλά» των πιο δυναμικών και καινοτόμων εμπειριών, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια έξυπνη και κριτική καρποφορία της ποιητικής γραφής, να προτείνει τρόπους εμβάθυνσης, να ενθαρρύνει τη χαρά της ανακάλυψης και του μοιράσματος, να συντρίψει τις λογικές και τις αλαζονείες των ακαδημαϊκών κινήσεων ροκέ, να θέσει τα θεμέλια για μια εναλλακτική λύση στο κυρίαρχο εκδοτικό και πολιτιστικό σύστημα.
Σήμερα, όμως, το πιστεύω ελάχιστα, σχεδόν καθόλου και συνειδητοποιώ, με βαθιά λύπη και δυσφορία, ότι υπήρξα θύμα, σε αυτή που καταδεικνύεται από τα ίδια τα γεγονότα, μια αληθινή «αυταπάτη», του ίδιου μου του «πάθους» και της ίδιας μου της «ζέσης». Η έλευση της ηλεκτρονικής κοινωνικής δικτύωσης, της επικοινωνίας τύπου «τσιμπάς και φεύγεις», της αποδέσμευσης, γαλούχησε σε βαθμό υπερτροφικής κι ανεξέλεγκτης έκρηξης τη «λανθάνουσα τάση του φαίνεσθαι», στη μέθεξη με κάθε θυσία, στην εξεύρεση μιας θέσης στην πρώτη σειρά στην ιερή παρουσίαση του εφήμερου και της ασυνέπειας, που υιοθετήθηκαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο με ανυπέρβλητα και αναπόφευκτα κριτήρια αξιολόγησης της ζωής.
`
-Η τελευταία σας συλλογή ποιημάτων φέρει τον τίτλο «Εξορία Φωνής». Πείτε μου ποια είναι η ιστορία της γραφής τους;
-H «Εξορία φωνής» (2011) έρχεται να κλείσει μία πορεία που ξεκίνησε το 2006 με την ποιητική συλλογή «Για όρια αδημιούργητου» και συνεχίστηκε το 2008 με τα «Αποτυπώματα στο νερό». Η συλλογή έχει ποιηματική φύση και δομή, ακριβώς όπως οι άλλες δύο, διότι αυτή είναι η διάσταση που θεωρώ πιο αρμονική με το συναίσθημά μου και πιο λειτουργική για να λογοδοτήσει τόσο για τη θεωρητική όσο και τη δημιουργική μου αναζήτηση.
Η εμμονή που ζωντανεύει και κυριαρχεί σε αυτό το τρίπτυχο είναι η ίδια που ανέκαθεν οδηγεί τα βήματά μου στη γραφή: να διερευνώ τον ατέρμονο χώρο που εκτείνεται μεταξύ σκέψης και τραγουδιού, να παρατηρώ το υποκείμενο να ξεθωριάζει ανάμεσα στα σημάδια του κόσμου και, ταυτοχρόνως, να αναγκάζω τη λέξη να μιλήσει ανεξάρτητα από τη ματιά που προστάζει τα πράγματα και τα κατευθύνει σταθερά προς την κατηγορία του συμφέροντος, να την αναγκάζω να επιδειχθεί μες στη γύμνια της που είναι φτιαγμένη από εικόνες και ήχους, να αποκαλύπτω τα αλφάβητά της που είναι απρόσβλητα στις λογικές και τις συντεταγμένες κατηγοριοποιήσεις της απλής παρουσίασης, εκείνες που η εξουσία ανέκαθεν χρησιμοποιεί για να εκτελέσει τις πρακτικές κυριαρχίας και ελέγχου.
Η συλλογή «Για όρια αδημιούργητου» καθόριζε την εννοιολογική αξίωση και την έριχνε στο μάγμα ενός κόσμου κατά τη πρώτη του εμφάνιση, στο κάτοπτρο της πρώτης ονομασίας – αφομοιώνοντας σε αυτή την «κάθοδο χαραυγών» το υποκείμενο και την ίριδά του· τα «Αποτυπώματα στο νερό» ανακτούσαν κατά κάποιο τρόπο το «υποκείμενο», αλλά μόνο για να φτιάξουν ένα “medium’ (μέσο) διάβασης, ένα λεμφικό δίαυλο διαμέσου του οποίου η «λέξη» μιλά στην αποσύνθεσή της· η «Εξορία φωνής» πέφτει μέσα σ’ εκείνο το «λευκό» και ζητά από το ίχνος σημαδιού να μιλήσει απ’ το τελευταίο περιθώριο – εκεί όπου η απουσία γίνεται πνοή, άνεμος, ελευθερία να είναι και να γίνεται ένα με το γήινο πεπερασμένο των ανθρώπων.
`
-Ποιόν ή ποιούς στίχους σας θα θέλατε να αφιερώσετε στους Έλληνες αναγνώστες;
-Δεν μου έρχεται στο νου τίποτε άλλο εκτός από αυτούς τους στίχους που ανασύρω από ένα κείμενο πολλών χρόνων πριν, με τίτλο Σιωπηλοί Μάρτυρες, που συμπεριλήφθηκε αργότερα στην ποιητική συλλογή Hairesis (ΑΙΡΕΣΗ).

γύρω απ’ το λαιμό
φορούσαν περήφανοι το μαύρο μαντήλι
που τους χρίει για πάντα
συντρόφους σε κάθε συμφορά
τα χέρια τυλιγμένα με κόκκινες ταινίες
για να οικοδομούν δεσμούς
στο χρώμα που καταργεί τις αποστάσεις

Σας τους αφιερώνω, υπό μορφή χαιρετισμού, οιωνού κι ελπίδας ότι η ουτοπία που εκείνοι οι ελεύθεροι άνθρωποι καλλιεργούσαν μες στις καρδιές και το νου τους, θα συνεχίσει να κρούει τις θύρες της ζωής μας, θα ξαναπάρει τη θέση που της στερήσαμε, για να γίνει και πάλι η λύμφη του μέλλοντος.
`
-Σας ευχαριστώ πολύ.
`
*Ο ποιητής και καθηγητής Φιλοσοφίας και Ιστορίας, Φραντσέσκο Μαρότα, γεννήθηκε το 1954 στη Νότσερα Ινφεριόρε, μια πόλη κοντά στο Σαλέρνο, και τώρα ζει κι εργάζεται στο Μιλάνο. [περισσότερα εδώ: http://www.poiein.gr/archives/22835%5D

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ
1. Σ.τ.Μ.: Η μορφή της αμυγδαλιάς του Τσέλαν, παραπέμπει στη Μενορά, την εβραϊκή Επτάφωτη Λυχνία, έμβλημα του Ισραήλ και της ιουδαϊκής θρησκείας, που οι επτά λύχνοι της συμβολίζουν τον παγκόσμιο διαφωτισμό και τους τομείς της ανθρώπινης γνώσης, καθώς επίσης τα επτά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και τα επτά μυστήρια της χριστιανικής Εκκλησίας.
2. Σ.τ.Μ.: Κίνηση ροκέ στο σκάκι είναι η ανταλλαγή θέσεων μεταξύ βασιλιά και πύργου.

http://www.poiein.gr/archives/24647/index.html
`
**Η συνέντευξη έχει δημοσιευτεί και στο ιταλικό Reb Stein: http://rebstein.wordpress.com/2013/07/26/una-forma-di-resistenza/

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s