Αντιγόνη Ηλιάδη, Ο πρωτόγονος τρόμος της αρκούδας

Το όνειρο του παπά σε ένα σιτροέν πολυθέσιο, την ώρα που άκουγε Σαββόπουλο και το κομποσκοίνι κουνιόταν στον κεντρικό καθρέφτη, ήταν να γίνει τραγουδιστής της όπερας. Η Νόρα περνούσε τον δρόμο και σκεφτόταν τη νοσοκόμα που της ξεγέννησε το παιδί που κουβαλούσε στο καρότσι κι έκλαιγε στριγγά, μάλλον ήθελε άλλαγμα πάνας. Τα νύχια της άρεσαν, τα περιποιημένα νύχια. Μπορούσε να τα κοιτάει με τις ώρες, ειδικά αν είχαν σχεδιάκια πάνω. Ο παλιατζής τίναζε τη φωνή του για κάτι καρπούζια και πεπόνια γλυκά σαν ζάχαρη. Όλες έχουμε μία παιδικότητα παλλόμενη μέσα μας που την καταστρατηγούν οι γέροι που περνάνε όλη τη μέρα στα καφενεία. Ποιος πήρε τη γάτα; Ήταν η ερώτηση στη μπλούζα της, όταν περνούσε τον δρόμο και είδε τον μεθυσμένο με το μηχανάκι σκόντα να στρίβει απότομα. Δεν ήξερε ότι θα πέσει σε διαδήλωση εξαγριωμένων κι απλήρωτων επί σειρά μηνών χειριστών δίσκου και κοφτών και τυλιχτών γύρου.

Στην Ηγουμενίτσα τα καράβια παίρνουν φωτιά και βυθίζονται το καλοκαίρι. Θυμόταν το περβάζι του τοίχου στα δυτικά, ήταν τόσο εκλεκτό. Μία τέλεια εικόνα αρχιτεκτονικής. Δίπλα στο κομμωτήριο που κάνει ανταύγειες καλοκαιρινή προσφορά μόνο με είκοσι ευρώ, απέναντι από την εκκλησία του αγίου Κωνσταντίνου που πουλάει με το κιλό τα ρούχα της δωρεάς στις ματωμένες τσιγγάνες του δρόμου για τη λαϊκή της Τετάρτης στη Μονή Λαζαριστών. Η καλύτερη λαϊκή είναι αυτή που γίνεται στην Ξηροκρήνη κάθε Σάββατο ξημερώματα από τις τέσσερις με τους μπάτσους να στήνουν καραούλι. Όλα ένα ευρώ παράνομα. Ο Πακιστανός έκλεισε την πόρτα δυνατά και πέθανε μόνος στο κλεμμένο σπίτι πάνω σε μία συλλογή κόμιξ Μίκυ Μάους, δίπλα σε χαρούμενες οικογενειακές φωτογραφίες. Τον ξυλοκόπησαν άγρια φαλακροί γεροδεμένοι με τη Σπάρτη στην πλάτη και τις περικεφαλαίες στα μπράτσα και βραχιόλια μαιάνδρους κάτω από τρέντι μπλουζάκια με γιακά. Ένα κινητό μένει ανοιχτό να κάνει ανανέωση στις εφαρμογές χωρίς καλό σήμα wifi, δίπλα από έναν φρέντο εσπρέσσο μέτριο.

Η Νόρα πρόσεξε τα βυζιά από μικρή αλλά στο πρώτο της παιδί κατάλαβε ότι της αρέσει ο τρόπος που πάλλονται σαν προμήνυμα ενός ληγμένου παραδείσου και καθώς αγοράζει τον χυμό τον εννιά φρούτων από το περίπτερο για ευεξία με έκπτωση θα κοιτάζει την πωλήτρια με δέος από το παραθυράκι. Το βλέμμα της καρφωμένο και καυλωμένο στο μπούστο. Ο ταξιτζής της διασταύρωσης αγαπάει τις παρθένες και την πατρίδα και κάποιος του είπε να κάνει την κόρη του δικηγόρο και θα καλοπαντρευτεί πριν τα εικοσιπέντε για να μη μείνει γεροντοκόρη και την έχει στον σβέρκο του. Οι καμπάνες χτυπούν πάντοτε εύθυμα δίπλα στο σουβλατζίδικο του Τάκη που ήταν Γεωργιανός αλλά το ξέχασε και έχει πάντα φρέσκα γουρούνια Λάρισας. Οι σημαίες του ΠΑΟΚ κυματίζουν περήφανα στο δεκατεσσάρι μια χαμένη παιδικότητα που φτάνει ως τη μακρινή ζουλού Τούμπα και το λεωφορείο δεν βάζει αιρκοντίσιον γιατί είναι πήχτρα και θα φασκελωθεί όποιος τολμήσει να μπει από την πόρτα που στριμώχτηκε ο Τζο, ο Γερμανός πάνκης της Ναυαρίνου με την πράσινη μοϊκάνα που κυκλοφορεί ξυπόλυτος με δύο σκυλιά, την Έιντς και τη Σύφιλη και καπνιστά πνευμόνια. Τα σκυλιά είναι στον κήπο του Αλή Πασά προς την Άνω Πόλη και τρώνε κόκαλα από το χασάπικο των μεταναστών στο στενό του Μοδιάνο που δίνει φρέσκο κρέας στα αδέσποτα.
Οι πόρτες της ιαπωνικής πρεσβείας κλείνουν το τσιουάουα της Καίτης που πήγε απλώς να κάνει το καθήκον της και να πληρώσει την ασφαλιστική με το δάνειο χρυσό επιτόκιο και τη σύνταξη του ανάπηρου πατέρα της που αργοπεθαίνει στην Ασπροβάλτα μες στα λιπασμένα ροδάκινα και τους τουρίστες τρίτης κατηγορίας. Απέναντι από τον ερυθρό σταυρό στο λιμάνι με τους εθελοντές του ΠΑΣΟΚ να πληρώνουν φόρο από τριαντάφυλλα και αναμμένα κεράκια.

Ο Τρύφωνας περηφανεύεται στα ρέματα και τις χαραμάδες των βουνών πως έχει στα Άγναντα τέσσερα παιδιά με την ίδια γυναίκα ναι μάλιστα κι αν θέλετε το πιστεύετε και θα πει σε όλη την παρέα στο χωριό σε λίγο πως έφτασε να πίνει τσίπουρα γλυκά στο καφενείο αντί να κάνει μπαγαμποντιές στα Γιάννενα. Και τα πρόβατά που έβγαζε ο Τρύφωνας με τον κοκκινομάτη ποιμενικό βόλτα στα λαγκάδια για να φάνε γρασίδι και ο Τρύφωνας να αρμενίσει από εδώ κι από κει, φτάνουν ήδη ένα-ένα στον Αρβανιτίδη για να τα ψωνίσει η Νόρα για το τραπέζι της Κυριακής. Όλα πάνε πρίμα και σε ένα σπίτι με πέντε παιδιά να μαλλιοτραβιούνται τα φώτα αναβοσβήνουν γιατί η μάνα τους δεν είχε να πληρώσει τη ΔΕΗ και μέχρι να το καταλάβουν πως κλέβανε ρεύμα, τη λυπήθηκαν και δεν τη βάλανε στη στενή. Είχε άγιο η γυναίκα το είχε καταλάβει και ο γκέι κουφός που μοίραζε φυλλάδια για φθηνούς υπολογιστές και γκάτζετ στα αμάξια στο φανάρι μόνο μεσημέρι με ντάλα ήλιο. Η ξεδοντιάρα τον πείραζε γιατί είχε μαυρίσει σαν ταξιτζής και γαμιόταν τελευταία με έναν πενηντάρη ντιτζέι Σέρβο που είχε γιο στην Ιταλία και δεν μπορούσε να πάει να τον δει, γιατί δεν του δίνανε κάτι χαρτιά και δεν τα πήγαινε καλά με το σύνταγμα.

Καπάνι το στόμα του παπά καθώς περνάει τη διάβαση και βλέπει τη Νόρα να λέει στο μωρό μη βάζεις το χέρι στο στόμα πού να ήξερε το φροϋδικό. Κι ένα τσιγάρο πέφτει από τον ουρανό είναι από έναν περαστικό με καπαρντίνα που πάει να σώσει τις αρκούδες στο Νεστόριο, αλλά ξέχασε να βάλει παντελόνι και μπλούζα και κυκλοφορεί με το σώβρακο και κανείς δεν τον αγαπάει. Να τον προσέχετε τον διάβολο μη σας κάνει τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι. Ούτως ή άλλως το είχε πει ο Λυκόπουλος ότι θα έρθουν τα Νεφελίμ. Η Νόρα ήταν νευριασμένη, δεν είχε προλάβει ραντεβού στο κομμωτήριο και θα ερχόταν η κουνιάδα της. Αυτή η αντιπαθητικιά από το πανόραμα που της είχε φέρει δώρο πέρυσι στα γενέθλιά της δώδεκα πιατέλες σε σακούλα από τα λιντλ. Ούτε καν αγορασμένες, αντίκες από το σπίτι της μάνας της Νόρας και του αδερφού της που ασχολιόταν μόνο με το πρωτάθλημα και είχε μπλούζες με όλες τις ομάδες και του άρεσε να τις αλλάζει συνέχεια. Η κουνιάδα δεν είχε παιδιά και έδινε συμβουλές στη Νόρα για το πώς να χέσει ο μπέμπης μέχρι τι να κάνει όταν χρονίσει και του έδινε κρυφά σοκολάτες με ζάχαρη και μετά δεν κοιμόταν το μωρό κι η Νόρα είχε μαύρους κύκλους ηφαίστεια και της έλειπε η νεκρή της μάνα. Ο μόνος άνθρωπος που αξίζει σε αυτή τη γη είναι ο λαχειοπώλης που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να πηγαινοέρχεται και να πουλάει τύχη. Τα διόδια είναι πολύ ακριβά κι έχουν ένα τεράστιο πι σε κάθε επόμενο που σημαίνει πούτσος. Ξεκοκαλισμένες πινακίδες και στέρφες εκτάσεις πονεμένες από χώμα και μία μητέρα να κλαίει για τον τριαντάρη γιο της που δεν στέριωσε τη δουλειά στην ταβέρνα που συχνάζουν οι κυνηγοί.

Όλα είναι υγρά και λαμπερά και η Νόρα θα γυρίσει στο σπίτι με κάλους στα πόδια από τα τακούνια και μέχρι να ξυπνήσει το μωρό θα κάνει φαγητό, θα βάλει δύο πλυντήρια και θα περιμένει να αρχίσει το τάλεντ σόου στην τηλεόραση. Θα φωνάξει στο κοριτσάκι που παίζει παράφωνο βιολί να σκάσει τρεις φορές στο τέλος θα ξεφυσήξει και θα καλέσει επειγόντως το εκατό. Πέθανε ο παππούς στον πέμπτο και τον κλαίνε οι γριές και θα φτιάξει η κόρη κόλυβα κι ο νεκροθάφτης θα γελάει και θα πουλάει την πατέντα του, φέρετρο γερό και πρακτικό από μασίφ ξύλο σε καρτούλες από έναν γραφίστα ερασιτέχνη ηθοποιό.

Είναι μία αρκούδα που βρυχάται δίπλα στα καυλωμένα ερείπια από τις χοές στον Δία. Όλα φλέγονται με τη μυρωδιά από καμένο ύφασμα να σφίγγει τα ρουθούνια της υπαλλήλου του σούπερ μάρκετ και να της λέει μέσα της σκίσε τώρα την ποδιά. Πέτα τα λεφτά και τρέχα. Το ερώτημα παραμένει αν επιπλέει το δέρμα όσο απομεινάρια από σημαίες πέφτουν από τον ουρανό. Στις τρεις το μεσημέρι βαρύς ήλιος και όλα σκάζουν προς τα κάτω. Πτοημένα από το ψητό που βγαίνει από τον φούρνο και από τη φασαρία της εκκλησίας που γίνεται ο γάμος του νιου που πηδιόταν με το κατσίκι στο χωριό.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s