Χρίστος Ε. Παλαιοπάνος, από το “…ύστερα θα καούν τα σάλια”

III

«Για την πρόποση της αυθύπαρκτης σούρας

οι προσεκτικές πλάτες να αποκαλυφθούν
να ελευθερωθούν τα σπαράγματα
στο ανοιχτό τους σπάραγμα
να μιληθούν οι λιποθυμίες τους
στην οδό τους
Φυλής
ανάμεσα
αυθύπαρκτης σούρας και πρόσφυγα

κι ο ερχομός του μεσσία του με τον ακριβό του βαγιοκαθρέφτη
ανάσκελα
σε χωνεμένα βάγια πόζα να πάρει
αποτρόπαιος
ο μεσσίας του να επιβεβαιωθεί. Κι οι ποιητές

οι ποιητές να ξεσκαλωθούν
που κιότεμα στο πένθος τους να εκπλαγούν
σκιάχτρα τ’ αλώνι τους καλά καταφέρνουν». Ύστερα η όρεξη

στο άπειρο και ανεπίθετο υνί
οργώνει
κι η ηδονή άλλο δεν είναι
πάρεξ υπεροχή κι υπεροχή
η επίδοση – (μέτρα μέγεθος της συγκομιδής της ανυμφάλιας λαβής…)
(και κάποια «κάποτε» με τις προσφυγικές τους εκφορές να πνίγουν
τ’ αλώβητο υνί
στην αιμομιξία του ακριβώς
με τις κάποτε
αιμομιξίες) – κι ύστερα

«για την πρόποση της αυθύπαρκτης σούρας» τους
οι ερχόμενοι φτιάχνονται
κι «όττω τις έραται» και σπάραγμα ανοιχτό

οι ερχόμενοι φτιάχνονται
(από-γειώσεις ποιοτικές
capital και Άουσβιτς και ποίησης-post
αλαλάζουν

κοκκαλιασμένες – κι ονομασίες
αβάσταχτων
γλωσσών
ιλιγγιώδεις)

«από ψυχής»

ίλιγγος στους νόμιμους υπονομευτές
(τ’ άκουσμα του ονόματός τους ακριβαίνουν)
και ίλιγγος στους Κυρίους Βακχευτές
(τον Καιάδα στους αλλόφρονες μεταφέρουν)
«καινούρια αρχή
οριστική
η αυθύπαρκτη σούρα ζει

τέλος τα διάφορα τέλος οι δαίμονες οι ματαιώσεις τέλος
(υπεροχής)
καμία λόξα σε πηγή
καμιά πηγή αλώβητο υνί —
τέτοια αναγέννηση τέτοια χρυσ-αυγή
(υπεροχή)
η αυθύπαρκτη σούρα μας ζει» πίνουν
και πίνουν

την προσωπίδα του ονόματός τους
πίνουν
τον ακριβό τους βαγιοκαθρέφτη — «έλα
και ζει

»τί ασωτείες αδιήγητες του συμποσίου στα τρανταχτά ακόνια τους
τί έλξη πρόσφυγα
και μίτος χυμένος άγναντος στο πάθος του να περιέχει τον αγναντευτή (ματωμένος)
τί μάτωμα του τόνου της υπεροχής το πεπραγμένο — (με ξομολόγηση
σ’ ένα ζαρκάδι της Βαγδάτης — 200Χ)
τί τόνος πληρωμένος στο σπάραγμά του
τί προσωπίδα
τί προσωπίδα
τί τόνος
πλούτος
Πλούτωνα

και σούρα αυθύπαρκτη
υνί
τί μουσική
τί πλησμονή

τί πλησμονή στην αν-αρχία;

για τους έκλυτους της φύσης τους τους αιμομίχτες όλα αυτά
στις άκληρες λαβές τους
στις ηδονές τους
για τί μιλάνε;

αφού μεθάνε

σε άθεες αντιπράξεις πετάνε
στις πτώσεις πονάνε

για ποιόν μιλάμε;»
στις ερημιές λαλάμε

“αφότου μια συνομιλία είμαστε” – (η Bundesbank το ξέρει)
(στην ξεριζωμένη πλησμονή»
(σαν ρίζα κάτι»
(σαν πλησμονή»
(σαν ζωντανοί

(σαν πρόταση της αυθύπαρκτης σούρας

σαν ύστερα σαν άνθρωποι

*“…ύστερα θα καούν τα σάλια”, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα, Μάιος 2010.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s