Ο Σπύρος Αραβανής γράφει για τον ποιητή Γιώργο Δάγλα

O Γιώργος Δάγλας ζει σήμερα ξανά στην Αθήνα –κανείς δεν ρισκάρει να μαντέψει μέχρι πότε- έχει επανακυκλοφορήσει τις δυο πρώτες ποιητικές του συλλογές και κυκλοφορήσει την τρίτη από τις εκδόσεις Φίλντισι, έχει ακούσει τα ποιήματά του να τραγουδιούνται χάρις στον συνθέτη Βασίλη Λαγό, συμμετέχει σε νέες ομάδες συλλογικότητας ως εκδότης του «Κύματος» και διαχειρίζεται τα social media ως άνθρωπος της εποχής του. Η ποίησή του είναι η έντεχνη απόληξη μιας ζωής πολλών επεισοδίων, πολλών ανθρώπων, πολλών ιστοριών. Είναι γέννημα μιας έντονης πρώτης μεταπολιτευτικής εποχής που δεν είναι εύκολο να διαχωρίσει κανείς το ζην από το γράφειν. Για εμάς λοιπόν μιας άλλης γενιάς και εποχής, δεν έχει νόημα να κοιτάξουμε το έργο του ως εγχειρίδιο πρακτικής ποιητικής ενός μη βιωμένου δικού μας χρόνου, εξιδανικεύοντας, ωραιοποιώντας και μεγεθύνοντας, στην ουσία δηλαδή παραμορφώνοντας κάτι που μόνο όσοι ήταν μάρτυρες μπορούν να συναισθανθούν. Όλες αυτές οι ζώσες μνήμες είναι ωραίο να λέγονται γύρω από μια φωτιά. Δημιουργώντας ακροατές και την κατάρα που λέγεται θαυμαστές. Είναι ένας γρήγορος τρόπος να ρίχνεις νεαρά κορίτσια και αγόρια στο κρεβάτι σου και να κατέχεις την πρώτη τιμητική θέση σε πάσης λογής αναμνησιακές νεκροπομπές περασμένων μεγαλείων.

Όταν όμως πρόκειται για ποίηση, εκεί κάθε λογής ιστορίες, ονόματα, μυθολογίες, δαρμοί και έρωτες χάνουν τους χυμούς τους όταν δεν μπορούν να κρυπτογραφηθούν και να αποκρυπτογραφηθούν. Για αυτό και έχει νόημα είναι να δούμε την ποίησή του Δάγλα ως μια αιώνια κραυγή. Όπως οφείλει να είναι κάθε ποιητικό έργο. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το γεγονός όχι ότι αριθμεί τρεις μόνο ποιητικές συλλογές σε βάθος τριανταπέντε χρόνων. Το πιο πιθανό οι μέσα του σελίδες να γεμίζουν δέκα τόμους. Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός πως το ένστικτο ενός 25αρη, το 1983 παραμένει οξυδερκές στο πνεύμα ενός 60αρη το 2017 παρ’ όλες τις εξωγενείς διαψεύσεις οραμάτων, τις παραιτήσεις συντρόφων, την αποσύνθεση των ιδεολογιών, την κατάρρευση του συλλογικού οράματος.

Στις πρώτες αράδες «Στη μέρα των φωταγωγών» γράφει: «Το δωμάτιο γεμισ’ αίματα, τα κρανία των συντρόφων με μάτια να τρέχουν εκδίκηση έρχονται και ζητάνε τ΄αδύνατο». Στο «Μαύρο χιόνι» διαφαίνεται ο αποχωρισμός: «Χωρίς των πατρικίων και των πληβείων το ένδυμα, χωρίς πλοία να διασχίζουν νύχτες τα κανάλι/ έτσι θα μιλήσω: / ρακένδυτος μέσα στην πανοπλία μου. Χωρίς λόγο». Και στις «Καντάδες» κάνει τον απολογισμό: «Ποιοι σύντροφοι θα με αποκηρύξουν; Ποιοι κομισάριοι θα ταριχεύσουν τα οράματά μου; / Προδομένος και μόνος στη μέση στο ποτάμι και σας μιλώ». Αυτή όμως είναι και εν τέλει η νίκη του, η νίκη όλης της θυσιασμένης ή λοβοτομημένης γενιάς του: ότι επίγνωση που ακολούθησε της γνώσης, δεν επέφερε σιωπή και ματαιότητα αλλά την επιστροφή: «Καλό χειμώνα σας λέω, σας μιλώ, θα γυρίσω» ή «Επιστρέφω να ράψω ερμητικά τα μάτια των προδομένων». Και ως γνωστόν η προδοσία δεν είναι μια επικαιρική εφεύρεση για αυτό και αφήνοντας στην άκρη όλη την ιστορικότητα των λεγομένων του Δάγλα μπορεί κανείς να διακρίνει την αγωνία του για τους αιώνια προδομένους. Όπως και για κάθε αξία που πεζοδρομείται ενώ είναι ανοικτή θάλασσα. Για κάθε ηττημένο, απελπισμένο, σκυφτό, αλλά και για κάθε πληκτικό ήρωα, άνυδρο εξουσιομανή και επαγγελματία αναρχικό. Οι ήρωές του είναι με θνητά πνευμόνια. Δεν τον ενδιαφέρουν οι αιώνιοι χορευτές, αλλά ο χορός που τρίζει τη γη. Δεν τον θαμπώνουν οι καλογυαλισμένοι νικητές. Είναι τσαλακωμένος ως το μεδούλι του για αυτό και τα γραπτά του έχουν ανθρώπινη μυρωδιά. Τσαλακωμένος όμως ως συνειδητή επιλογή, από το χέρι μιας αδιόρατης ανάγκης και όχι υποδυόμενος έναν ρόλο. Γιατί «Το άσπρο χαρτί» ως γνωστόν «είναι σκληρός καθρέπτης. Επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν». Και όλη η ποίηση του Δάγλα ως στάση ζωής και η ζωή του ως ποιητική στάση εκτιμώ ότι έλκουν την καταγωγή τους από τον στίχο του « Σχεδόν όρθιοι και περήφανοι». Τι πιο ωραίο επίγραμμα σε έναν τάφο: «Έζησε σχεδόν όρθιος και περήφανος». Η απόλυτα ρεαλιστική περιγραφή της ανθρώπινης ύπαρξης και συνάμα η αποκάλυψη της γοητείας του ανθρώπινου μυστηρίου: Σχεδόν όρθιος και περήφανος.

Για αυτό και ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται «ελάσσων επτανήσιος ποιητής». Γιατί μέσα στη δίψα είναι όλο το νερό όπως έλεγε και ο συγκαιρινός του Καρούζος. Ο δε Τόμας Σ. Ελιοτ παραδεχόταν, δεν τον επηρέασαν οι μεγάλοι, όπως ο Σέξπιρ ή ο Μποντλέρ. Από αυτούς δεν μαθαίνεις, τους μιμείσαι – διαπίστωνε. Γι’ αυτό προτιμούσε να συνομιλεί με ελάσσονες όπως τον Λαφόργκ, τον Μάρλοου, τον Φορντ. Γιατί σε αυτούς τους ελάσσονες, όπως ο Δάγλας, οι λέξεις δεν κάνουν τερτίπια, δεν καθοδηγούν, δεν ελέγχονται. Αντίθετα απολύτως ελευθερωμένες μιλούν τις ιστορίες τους σαν τις «αλκοολικές πουτάνες», όπως γράφει και ο Δάγλας, «που τις αγαπάμε γιατί δεν έχουν άλλοθι, γιατί πέρασε πάνω τους η χιονοστιβάδα του κόσμου και υψώνονται γενναίες στους ουρανούς της πόλης».

©Σπύρος Αραβανής
http://staxtes.com/2003/?p=11821

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s