Αλέξανδρος Μηλιορίδης, ποίημα

Φώτο: Αλέξ. Μηλιορίδης από Τσιμισκή – Θεσσαλονίκη.

δέθηκα
στον κόμπο,
ανοιγοκλείνει και το παράθυρο,
βλέπω
το παγωμένο νερό
να επιμένει ροκ στο φρενοκομείο,
ποντάρω
στη διαστροφή,
ακόμη
μια αγκαλιά
και πηδώ από το ύψος χιλίων αιδίων,
σώζομαι
ως
ελαφρύ εγκεφαλικό.
~
Και
σε συντομία,
έχω αυτά που βρίσκονται σε μια κουκίδα φυλακής,
δεν λέω,
είναι πολύτιμα,
ως το λιπαντικό σένα κιλό τρύπες.
Ομως όταν σολάρω
στην κοιλιά
της νύκτας,
μοιάζουν πατάρια μοναξιάς
τα χάδια,
τότε,
πρέπει ή να κάνω πως ακούω το τραγούδι
που μαζί
κατεβάσαμε,
όταν γεννούσε
η κατσαρίδα του έρωτα
ή να μετρώ τους κρυμμένους
μονόκερους
στα ευγενή καφεπωλεία
που ξεφυτρώνουν
στο
κατούρημα
των αγενών αναγκών μου.
~
Με βρίσκουν
λοιπόν ερωτικό τα παχιά χείλη
και στην
μια και στην άλλη,
εφόσον
μπορώ
και κρατώ την ανάσα μου,
όταν
περνά από
δίπλα μας ο δικός μου ετοιμοθάνατος
χρόνος.
~
(alexmil)

Κοιτώ, έχοντας στο χέρι το πιστόλι,
χρώματα στην κάνη, ηρεμούν τη ψυχή,
νυκτώνει όμως το μαύρο και όλα
γίνονται ανάμνηση.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s