Κατερίνα Γώγου: “Ελεύθερα επικίνδυνη και ωραία”-Προσεγγίσεις στη ζωη και το έργο της (προδημοσίευση)

Χρήστος Μαυρής*

Αντιμετώπισε αδιαμαρτύρητα την απαξίωσή-της!
Η Κατερίνα Γώγου, ως ποιήτρια, βίωνε καθημερινα την απαξίωση. Εννοω πως οι ομότεχνοί-της αντιμετώπιζαν την ποίησή-της με υποτιμητικη ματια, σε αντίθεση με μία μεγάλη μερίδα Ελλήνων αναγνωστων που αναζητούσαν και αναζητούν συνεχως τα βιβλία-της για να διαβάσουν την ποίησή-της. Και όπως έχει αποδειχθει, οι ανέκαθεν εξοργισμένοι και επαναστατημένοι αναγνώστες έχουν σημαία-τους την ποίηση της Κ. Γώγου, οι δε διαρκως καταφρονημένοι και πονεμένοι άνθρωποι την έχουν, μπορω να ισχυριστω, για γιατρικο και βάλσαμό-τους, γιατι τους προσφέρει ίσως την ψυχικη γιατρεια αλλα και την απαραίτητη ψυχικη ανάταση που χρειάζονται όταν τους βρίσκουν, υποθέτω, δύσκολες στιγμες.
Μεθοδευμένη απαξίωση που η Κ. Γώγου την εισέπραττε με στωικότητα και αδιαμαρτύρητα, ίσως γιατι και η ίδια δεν είχε πιστέψει κατα βάθος στον εαυτο-της και ούτε είχε αντιληφθει την αξία της ποίησής-της και γενικα των γραπτων κειμένων-της.
`
«Εγώ, η Κατερίνα
χωρις ιδιοτέλεια γράφω αυτα.
Έτσι τη δοκιμασία της δόξας
και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερα πέρασα
χωρις να μ’ ακουμπήσουνε, χωρις να τ΄ ακουμπήσω»
(Νόστος)
`
Και αυτη η απαξίωση προερχόταν πρώτα και κύρια απο τη δικη-της συντεχνία. Δηλαδη απο την ποιητικη γενια που ανήκε ηλικιακα και ιδεολογικα, που δεν ήταν άλλη ασφαλως από τη λεγόμενη ΄΄Γενια του 1970΄΄ ή, όπως αλλιως έχει ονομασθει, ΄΄Γενια της αμφισβήτησης΄΄.

Μάλιστα, όπως αποκάλυψε ο ποιητης Νάνος Βαλαωρίτης στο ντοκιμαντερ ΄΄Κατερίνα Γώγου: Για την αποκατάσταση του μαύρου΄΄, του Αντώνη Μποσκοϊτη, κάποιες ποιήτριες της εποχης-της «δεν την χώνευαν» γιατι «θεωρούσαν χυδαίο το λόγο-της»!

Υπήρξαν, ακόμη, και σημαντικοι ανθολόγοι, με αξιόλογοι προσφορα στα ελληνικα γράμματα, που είχαν περίπου την ίδια πάνω κάτω ηλικία με την ποιήτρια αλλα, όταν ετοίμασαν και εκδώσανε τις ανθολογίες για τους ποιητες της δικης-τους γενιας, δεν καταδέχθηκαν ν’ ανθολογήσουν ούτε ένα στίχο απο την «χυδαία» ποίηση της Κ. Γώγου! Της ποιήτριας που, όπως διαπιστώνω σήμερα, υπήρξε, φύσει και θέσει, το άτομο με το εντονότερο αμφισβητησιακο πνεύμα, απ’ όλους τους ποιητες της γενιας του 1970!

Αυτη η παράλειψη οφείλεται μάλλον στην άγνοια που είχαν οι συγκεκριμένοι ανθολόγοι για την αξία της ποίησής-της και όχι σε οποιουσδήποτε άλλους λόγους. Γιατι, ας μην ξεχνάμε, τα πρώτα χρόνια της παρουσίας-της στα ελληνικα γράμματα, πολλοι είναι οι επαΐοντες που πίστευαν πως η Κ. Γώγου έγραφε μία πρόχειρη, αφελη, ακατέργαστη και γενικα ανάξια για διάβασμα ποίηση. Μια ποίηση που την έγραφε στο πόδι, όπως νόμιζαν, για να εκφράσει κυρίως την οργη και την αγανάκτησή-της για ό,τι την ενοχλούσε και την πλήγωνε στην ελληνικη κοινωνία και όχι για να υπηρετήσει τα υψηλα ιδανικα της ποιητικης τέχνης.

Όμως παγερά αδιάφορη απέναντι στην ποίησή-της στάθηκε και η κριτικη. Γιατι, η ποιήτρια Κ. Γώγου, παρα την αποδοχη-της από μεγάλη μερίδα του αναγνωστικου κοινου, κριτικα εξακολουθει να παραμένει αδικαίωτη και ατεκμηρίωτη, εφόσον μέχρι σήμερα είναι ελάχιστες οι απόπειρες που έχουν γίνει για μία σοβαρη κριτικη θεώρηση όλου του έργου-της.

Η Κατερίνα Γώγου όμως, διέψευσε με τον καλύτερο τρόπο, δηλαδη με τη δουλεια-της, όλα αυτα τα άτομα που στάθηκαν με απαξίωση απέναντι στην ίδια και στην ποίησής-της γιατι, στο σύντομο πέρασμά-της απο αυτη την αλλήθωρη ζωη, κατόρθωσε να δημιουργήσει ποίηση ανυπολόγιστης αξίας, που ξεχωρίζει τόσο σαν τέχνη όσο και σαν φωνη διαμαρτυρίας. Είναι, σίγουρα, ποίηση με ουσία και περιεχόμενο, που διακρίνεται για την αντοχη-της αλλα και για το ασύλληπτο πνευματικο βάθος-της. Γι΄ αυτο και το έδαφος της ποιητικης γραφης-της, αλλα και το υπέδαφός-της, είναι γεμάτα με ποιητικο πλούτο που σε οδηγουν άλλοτε στην ιστορία, την φιλοσοφία και την κοινωνιολογία και άλλοτε στην φυτολογία, τη ζωολογία και την ανθρωπολογία.

Είναι, σε τελικη ανάλυση, μία αρκετα ενδιαφέρουσα ποίηση που σε οδηγει άλλοτε στο αστραφτερο φως και άλλοτε στο πυκνο σκοτάδι, άλλοτε στην ζωοδότρα χαρα και άλλοτε στην ψυχοφθόρα λύπη, άλλοτε στον θείο έρωτα και άλλοτε στον αδέκαστο θάνατο.

Μια πιο αποτελεσματικη διείσδυση στην βαθύτερη ουσία αυτης της ποίησης, που στο σύνολό-της μοιάζει σαν ένα ενιαίο, θα έλεγα εν εξελίξει και κυρίως χωρις οριστικο τέλος ποίημα, θα αποκαλύψει στον αναγνώστη λαμπρες κορυφώσεις αλλα και αδικαιολόγητα χάσματα, γεμάτα σκοτάδι και ανέκκλητο μυστήριο.

Σε αυτες τις λαμπρες κορυφώσεις της ποίησης της Κ. Γώγου ξεπροβάλλουν έντονα και κάποιοι αριστουργηματικοι στίχοι. Στίχοι ξεχωριστοι, αυθύπαρκτοι και αποφθεγματικοι, που μοιάζουν με τις φλέβες των μεγάλων ποταμιων που διέρχονται ανάμεσα στα ελληνικα βουνα, δίνοντας ζωντάνια στις πεδιάδες που διασχίζουν. Θέλω να πω πως κάνουν καταπράσινο το τοπίο απο εκει που κυλάνε τα κρύα νερα-τους, όπως καταπράσινο κάνουν τον κήπο της ελληνικης ποίησης κάποιοι στίχοι-της.

Επαναλαμβάνω όμως, πως το ποιητικο έργο της Κ. Γώγου, στο σύνολό-του, εκλαμβάνεται σαν ένα ενιαίο ποίημα που συνεχως εξελισσόταν. Δηλαδη παρουσιάζει μία οιονει συνέχεια, χωρις όμως να αποκτάει οριστικο τέλος. Θα έλεγα πως είναι σαν μια εισαγωγη στο απέραντο που δεν έχει ακόμη καταγραφει. Αυτο το αδιάρρηκτο δέσιμο όλου του έργου-της, εξάλλου, η ποιήτρια φρόντιζε να μας το υποδεικνύει σε κάθε συλλογη-της είτε τεχνοτροπικα, είτε θεματικα, είτε υφολογικα.

Επιπλέον, στην ποίηση της Κ. Γώγου, διαπιστώνω (θα έλεγα με μεγάλη ικανοποίηση) πως υπάρχει, και είναι έκδηλο, ένα μόνιμο ανθρωπιστικο υπόστρωμα, μέσα απο το οποίο εκπηγάζει και μία αχτίδα φωτος, έστω αμυδρη, αλλα, ταυτόχρονα, ξεμυτίζει και μία αχτίδα ελπίδας, πλανερη κατα την άποψή-μου, για ένα καλύτερο αύριο ή για ένα καλύτερο κόσμο.

Με αυτα τα δεδομένα, σίγουρα, η ποίησή-της είναι ανθρώπινη, στην ανώτατη έννοια του όρου, εφόσον στο επίκεντρό-της είναι πάντοτε ο άνθρωπος, με όλες τις εκφάνσεις της ζωης αλλα και του θανάτου-του.

Η Κ. Γώγου όμως, σε ότι αφορα τα ανθρωπιστικα στοιχεία με τα οποία διαπότισε την ποίησή-της, παρουσιάζεται ως μία αφοσιωμένη μαθήτρια που έκανε βίωμα τις υποθήκες και τις προτροπες ενος απο τους σημαντικότερους διανοούμενους του περασμένου αιώνα. Αναφέρομαι στον Άγγλο αναρχικο συγγραφέα Τζωρζ Όργουελ, τον οποίο φαίνεται πως είχε ως πρότυπό-της ή, καλύτερα, δάσκαλο και οδηγο-της.

Από τον Τζωρτζ Όργουελ, αυτον τον ουμανιστη συγγραφέα, η Κ. Γώγου αφομοίωσε και το σπουδαίο απόφθεγμά-του που λέει «σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος, όχι ζωντανος». Απόφθεγμα το οποίο, απέσπασε απο το εμβληματικο μυθιστόρημά-του που τιτλοφορείται 1984 και στη συνέχεια το εντείχισε, σαν μωσαϊκο, με ιδιαίτερη μαστορια θα έλεγα, στην ποίησή-της. Στην ενότητα ΄΄Μικρα πεζα για…», που περιλαμβάνεται στο τελευταίο βιβλίο-της που τιτλοφορείται Με λένε Οδύσσεια και το οποίο εκδόθηκε μετα τον θάνατό-της, θα γράψει:
`
«Δεν είμαι σοφη ούτε φιλόσοφη. Δεν ξέρω καν αν είμαι ηθοποιος ή ποιήτρια. Γι’ αυτο που είμαι σίγουρη για μένα είναι πως αγαπάω με ερωτικο πάθος τον Άνθρωπο».
`
Και αλλου θα σημειώσει:
`
«…έμαθα που λες το μίσος
να το μετατρέπω, με αστραπιαίο αιφνιδιασμο, σε αγάπη
για οποιονδήποτε εννοούνε οι άνθρωποι εχθρο. Έμαθα
το σεβασμο».
`
Η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, στις καλες στιγμες-της, είναι τέτοιας ποιότητας και τέτοιου μεγέθους που, χωρις υπερβολη, και δέκα διδακτορικες διατριβες να εκπονηθουν γι’ αυτη στη σειρα, δεν θα είναι ικανες, νομίζω, ν΄ αναλύσουν το εύρος των θεμάτων με τα οποία καταπιάστηκε αλλα και να αποτιμήσουν σωστα την τέχνη με την οποία εμπλούτισε αυτη την ποίηση. Τέχνη, που ασφαλως ομορφαίνει αλλα και ανεβάζει το ποιοτικο επίπεδο της επαναστατημένης ποίησης και γενικα όλης της ελληνικης ποίησης.

Ας μην μας διαφεύγει, εξάλλου, το γεγονος πως, η Κ. Γώγου, πίστευε πως η ποίηση είναι «δώρο θυσίας», για την ίδια αλλα και για τους υπόλοιπους ανθρώπους, με στόχο την ολοένα και περισσότερο καλυτέρευση του χαρακτήρα-τους και γενικα της ζωη-τους και όχι να την μετατρέπουμε σε μεταφορικο μέσο για να βγάζουμε περίπατο τον αρρωστημένο εγωισμο και τα απωθημένα-μας. Θα διερωτηθει:
`
«Τι θα γινόμουν άραγε, Θεε-μου
αν δεν μου’ χες δώσει δώρο θυσίας
την ποίηση;»
(Με λένε Οδύσσεια)
`
Στίχοι ασφαλως που μας παραπέμπουν κατευθείαν στον Νικηφόρο Βρεττάκο, τον «ποιητη της αγάπης», όπως εύστοχα τον έχουν αποκαλέσει και συγκεκριμένα στους στίχους του «Αν δε μούδινες την ποίηση, Κύριε,/ δε θάχα τίποτε για να ζήσω», που περιλαμβάνονται στη συλλογη Ο χρόνος και το ποτάμι, που κυκλοφόρησε το 1957.

Δυστυχως, η σκληρη μοίρα-της, όπως και τόσων άλλων σπουδαίων ποιητριων, έμελλε να την οδηγήσει και να την κατατάξει στην «μοίρα των καταραμένων ποιητων», όπως προφητικα και με αρκετο πόνο είχε γράψει στο τελευταίο βιβλίο-της. Εγώ θα πρόσθετα πως κληρονόμησε και ακολούθησε μαρτυρικα την άδικη μοίρα των κατατρεγμένων και καταφρονημένων ποιητριων όλου του κόσμου, θυμίζοντας για την ώρα μόνο τις περιπτώσεις της Άννας Αχμάτοβα και της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, δύο απο τις μεγαλύτερες ποιήτριες του 20ού αιώνα, που έζησαν τον κατατρεγμο, τον εξευτελισμο και την ταπείνωση στη Σοβιετική Ένωση, τα χρόνια της σταλινικης τυρανίας. Γιατι, αν αναλογισθούμε τη ζωη που ονειρευόταν η Κ. Γώγου, αλλα τελικα δεν αξιώθηκε να τη ζήσει, τη διαρκη καταδίωξη που υφίστατο καθως και τον τραγικο θάνατό-της, δεν μπορούμε ή, καλύτερα, δεν έχουμε δικαίωμα να την κατατάξουμε σε καμία άλλη κατηγορία παρα μόνο σε αυτη «των καταραμένων ποιητων».

*Αναδημοσίευση από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/36667/index.html

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s