Σωτήρης Λυκουργιώτης, Άσμα Ασμάτων

Μέσα στα μάτια της
βλέπω μια θάλασσα πράσινη

αδυνατώ να κοιμηθώ

καταδύομαι στο όνειρο
πάνω σε καπέλα δερβίσηδων
και μυρωδιές λευκών βράχων
στη μέση του Ινδικού

τέρατα προϊστορικών
επιθυμιών κατακλύζουν
τον κόσμο μου
με ήχους σειρήνων

η πρόοδος, όμως, έχει φροντίσει για όλα:
το κερί στα αυτιά των σκλάβων
και τις αλυσίδες μου

στο πρόσωπό της
σχηματίζεται η γη
όπως δεν την είδαμε ακόμα

λίγο πιο κάτω
ποτάμια λαξευμένα
από τις όχθες τους
αναβλύζουν
μέσα από τη μήτρα της

πίσω από τους χοντρούς φακούς μου
οι κόρες διαστέλλονται
κάθε μου κύτταρο γίνεται ένα
με τους κόκκους της ερήμου

πάνω στα στήθη της
τα φρικώδη κύματα της θάλασσας
που δεν εξηγήθηκαν ακόμα
στα εργαστήρια της εξουσίας
καταπίνουν υπερωκεάνιες κατασκευές
ενός εγωιστικού εμπορίου μεταφοράς

ο κόσμος όμως γεννήθηκε από τη λάσπη και
τη μυρωδιά

ανάμεσα στα δάκτυλα
των ποδιών της ψελλίζω λέξεις
μιας γλώσσας άγνωστης

πάνω στο δέρμα της
γεννιέται ο χρόνος
που αρνείται την εξουσία
των ρολογιών
την εκνευριστική
ρυθμιστικότητα
των μηχανών

ασύλληπτος
μένω δεμένος
στο άρμα ενός
κίτρινου κομήτη
που στροβιλίζεται
στο άχρονο σύμπαν

μια μυρωδιά
από τους τάφους Αιγυπτίων
βασιλιάδων
κρυμμένη κάτω
από το δέρμα της
με καταπίνει
σε καταιγιστικούς οργασμούς

στον αφαλό της
που πλημμυρίζεται από τη δροσιά
του δάσους που στέκεται
αιώνια ανάποδα
λούζω το σώμα μου
στην κολυμβήθρα της
γης των λωτοφάγων

στο υπέδαφος
η γη τρέμει
στον ρυθμό της κοιλιάς της

χωρίς ανάσα
δηλητηριάζω τα πνευμόνια μου
με αναθυμιάσεις
επίδοξων στιγμών
μιας ακόλαστης
και αέναης ιερουργίας
της επανάληψης
με την καρδιά μου να συντονίζεται
στο θηριώδες ποδοβολητό του προαυλίου

το διάλειμμα ξεκινά πάντα όταν πέφτει ο
φράχτης

πιασμένος
από τις άκρες των μαλλιών της
κάνω τα πρώτα βήματα
στον εύθραυστο νέο κόσμο
του γάλακτος και της μέντας

εκεί,
που οι διακόπτες του ονείρου
αναβοσβήνουν μνημορυθμικά
στο παράγγελμα της χορωδίας
των τζιτζικιών

αδυνατώ παρά τα κηρύγματα των δασκάλων
μου να συγχωρέσω τη Δύση

λυτρωμένοι πια
από τους εφιάλτες της προόδου
κάνουμε έρωτα
πάνω σε όργιο κυμάτων
από λάβα και κασσίτερο

γυμνοί
ζωσμένοι με εκρηκτικά
τρεφόμαστε για μέρες
από τις υποσημειώσεις
των αρχείων
στα υγρά υπόγεια
του κράτους

ο χρόνος πια
εξαπλώνεται σαν νέφος
από την κοιλάδα της μάχης
στους δρόμους της πόλης
μιας πόλης εγκλωβισμένης
στο άγριο δηλητήριο
κάτω από τον κυνόδοντα του πλήθους

κι όμως εκεί
ένα κορνάρισμα
σπάει τη συνέχεια του ονείρου

τώρα τη βλέπω
να ψάχνει τον έρωτα
σε συνταγές μαγειρικής
της πρωινής ζώνης

εντελώς ξαφνικά
τα χέρια της κλείνουν τα αφτιά μου
και ο θόρυβος υποτάσσεται σε
μια μουσική τυμπάνων της Αφρικής
που δονεί τη σπονδυλική μου στήλη

δευτερόλεπτα
και η μορφή της χάνεται
για να επιστρέψει
σαν ασυνέχεια
της μνήμης

Αρνούμαι στη λήθη.
Αρνούμαι σημαίνει αρνούμαι τη λήθη

αρνούμαι
αρνούμαι να καταδυθώ
γυμνός σε θάλασσες πετρελαίου
πίδακες ζεστού
ξύλου και στάχτης
της Ευρώπης
χωρίς μνήμη
αρνούμαι να ξυπνήσω
χωρίς το λευκό στεφάνι
των ματιών της
αρνούμαι τις αναδυόμενες
τομές της μέρας
των εξημερωμένων
θαλασσών
αρνούμαι
τα πρωινά της επανάληψης
την εποχή που αποσιωπά
τη λατρεία της φθοράς
την ευτυχισμένη νεύρωση
της αστικής ευταξίας
τους θαλάμους δίχως τέλος

αρνούμαι να δω τον ήλιο
χωρίς τα μάτια της

κάθε φορά που ξυπνάω πια είμαι νεκρός

*Από τη συλλογή “Ιερουργία της Άνοιξης”, εκδόσεις Κουρσάλ.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s