Δώρα Κασκάλη, Δύο ποιήματα

Ο εικονοκλάστης

Την εύκρατή σου καλλιέπεια λατρεύω.

Το ψάρι αυτοκτονεί στη γυάλα σου

επιτυχώς κρεμιέται απ’ τη μανόλια το πουλί.

Κρατάς ημερολόγιο απωλειών.

Το θάνατο πολεμάς να ορίσεις,

το επέκεινα. Ανεπιτυχώς.

Ζω για τη θρηνωδία

του ευάλωτου ψυχισμού σου.

Δεν με ρωτάς ποτέ για τη μαρμαρυγή

που εκτρέφω δέκα χρόνια.

Αναρωτιέσαι. Θάβεις την αγάπη.

Με κατηγορείς για ανιστόρητο λυρισμό.

Εγκαλείς απ’ το καταφύγιο του γραφείου σου.

Δεν θέλω να σου δείχνω 

τα χέρια που μου μάδησε
το άλγος της συνήθειας:

νερά, χαρτιά, πιατικά. Η ασχήμια.

Μικρά μου τέμπλα.

Φιλοτεχνώ.

Ιερουργώ.

Κι όταν ’ρθει η ώρα


μ’ όλα σας τα στολίσματα

ψυχρή θα σας ξυλεύσω.

***

Πατέρα σου ταΐζω
με μνήμη το εικόνισμα,
το ξεσκονίζω από τους ρύπους
της ζωής μου.
Μικρέ ήρωα,
οι φίλες μου είναι πουλιά
με σκοτωμένα φτερά.
Τη μια λένε σκλήρυνση κατά πλάκας,
χορεύει κλακέτες με το μπαστούνι της·
η άλλη ρίχνει ιώδιο
στη χαράδρα του λαιμού.
Τα παραδείσια πετούμενα
γίνανε οικόσιτα και
τους ατομικούς αγίους τους δοξολογούν.

Είμαι η κόρη σου
που έχασε από το δράκο
και τον φυλάκισε στο εφήβαιο
υπνωτικό του δίνει
μ’ ονόματα όπως
συστολή, άρνηση και λήθη.
Πατέρα της Κατοχής,
της Μεταπολίτευσης, της Ανάγκης
έπεσα στο κενό των εποχών,
θέλω να βγάλω τα παιδιά
απ’ τη σκιά στον άκτιστο ήλιο.

Τα χέρια θέλω να πετάξω
γιατί δεν τα ‘μαθες πώς να αγγίζουν.
Με προδίδουν αυτό το βράδυ
που προσπαθώ να δώσω σχήμα
στο πρόσωπό του
να ημερέψω τα μάτια του
που στρώνουν το μονοπάτι μιας φυγής.
Πατέρα, έριξα μενεξελί πανί απάνω σου
να μην βλέπεις που τον φίλησα
τρεις φορές στο πρόσωπο
σα να τον φιλούσα
τρεις χειμώνες στο στόμα.

Είναι μισοφαγωμένα τα κορμιά μας
εκείνου από την πλησμονή
το δικό μου από την στέρηση.
Και πεινούν ακόμη την ίδια πείνα.
Πέταξα στο σιντριβάνι
τα κέρματα που έγραφαν “για πάντα”,
τα κεφάλαια έψιλον του έρωτα·
ξεχνώ τα λόγια των ευχών.
Έριξα στη μαύρη σακούλα
τα παιδικά μας παραμύθια
με σένα θριαμβευτή.

Αναπαύσου στα όνειρα της μαμάς.
Εγώ χαράζω ένα οδόσημο,
μια λέξη υβριδική
που συνθλίβει τ’ όνομά μου,
τη στολή του άσπρου ιππότη του,
την εγκαρτέρησή μου, τη λαγνεία του
και μας εφευρίσκει ξανά.

© Δώρα Κασκάλη

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s