Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Τώρα που στήσαν τον χορό

Καθόταν με τον πατέρα της της στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη. Σούρουπο ήταν, μάλλον κάποιας Κυριακής. Σιωπηλοί κι δυο τους. Μια σιωπή που έβραζε. Ποτέ δεν ήταν εύκολη η κουβέντα μαζί του, τώρα όμως ήταν αλλιώς. Μικρές τις χάιδευε, τις έλεγε γλυκόλογα, τις φιλούσε. Αφότου άρχισαν να διαμορφώνονται γυναίκες, τις κρατούσε σε απόσταση, ενδεχομένως για να μπορεί να τις ελέγχει. Ήθελε να κερδίσει το σεβασμό κι αυτές ένιωθαν δέος και φόβο μπροστά του. Το ίδιο και τ’ αγόρια του χωριού. Τα κορίτσια του Διγενή έλεγαν και δεν τολμούσαν να τις πλησιάσουν.

Τώρα όμως η σιωπή ήταν αλλιώτικη, εκκωφαντική. Στα τελευταία καθίσματα καθόταν μια παρέα νέων αγοριών. Επέστρεφαν μάλλον στη Θεσσαλονίκη για το μεροκάματο. Αγροτόπαιδα από τα χωριά της Νιγρίτας. Το σαββατόβραδο κατέβαιναν στα χωριά τους και επέστρεφαν βραδάκι Κυριακής. Αυτή με τον μπαμπά δίπλα της έπνιγαν τις σκέψεις και τις έγνοιες τους στη σιωπή. Θα την πήγαινε στο σιδηροδρομικό σταθμό να πάρει το τρένο για Σουηδία. Μόνη της. Κοπελίτσα στα δεκαοχτώ.

Έφευγε να βρει το δρόμο της. Πρώτη φορά θ’ ανέβαινε σε τρένο. Θα την περίμενε η αδελφή της στο σταθμό της Στοκχόλμης. Της είχε γράψει ότι εκεί θα μπορούσε να πάρει φοιτητικό δάνειο για σπουδές. Τ’ αγόρια μιλούσαν ζωηρά φώναζαν σχεδόν. Μπορεί να ήταν και παρέα νέων που έφευγαν από το χωριό για να καταταχθούν στο στρατό.

Άρχισαν να τραγουδούν. Σπαρακτικά. «Τώρα που στη Μαρία μου/τώρα που στήσαν το χορό/ όλες οι βέργες είναι δω/δική μου η βέργα δε είναι δω»* Άρχισε να κλαίει. Χείμαρρος χύθηκε από μέσα της ένας παρατεταμένος γόος. Αδύνατο να τον ελέγξει. Έκλαιγε σχεδόν σε όλη τη διαδρομή. Ο μπαμπάς σιωπηλός, δεν έβγαλε κουβέντα, δεν της είπε τίποτε.

Ποιος ξέρει μπορεί κι αυτός να έκλαιγε από μέσα του. Δε θυμόταν τίποτε άλλο απ’ τη διαδρομή. Τον αποχαιρετισμό, την επιβίβαση στο τρένο. Για χρόνια ένοιωθε ενοχή. Πίστευε ότι τον είχε πονέσει βαθιά με το ανεξέλεγκτο κλάμα της. Πολύ αργότερα όταν πια κι αυτή βρέθηκε στην θέση του, απορούσε και θαύμαζε το κουράγιο του.

*«Τώρα που στήσαν τον χορό», Παραδοσιακό τραγούδι Μακεδονίας

**Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων «Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα».

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s