Μάρκος Μέσκος, Δύο ποιήματα

Η ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Όλα τα πολλά και μεγάλα.
Θροΐζει η χλόη, τʼ αστέρια της γης διαμάντια σπασμένα και πάχνη

πρόσεχε τα βήματά σου με θάμπος κομπιάζουν και λοξοδρομούν

συχνά. Ποια, καλή μου, η επόμενη σκέψη, θριαμβικές αψίδες
μονοπάτια και θάμνοι ανώνυμοι, μην τάχα σαλέψουν οί αρμονίες

η γαλήνη, η ευδία στους ουρανούς, η μοίρα η γαλανή που τυφλά θροΐζει.
Μα νύχτωσε. Σβήνουν τα κάλλη της ημέρας τα ψεύδη τέλος.

Ο ίσκιος με τον ίσκιο αναμετράται (αρουραίος μικρός

στην αντίπερα όχθη λακίζει) σωσίες του σκοταδιού τα μαύρα

ερέβη την επιστροφή νοσταλγούν τίς πρώτες περπατησιές

εκεί πού γεννήθηκαν εκεί νʼ αποθάνουν. Στα φίλια κυπαρίσσια
τα μαγικά της νύχτας σε μια πλαγιά του λόφου Προφήτης Ηλίας

έστω λησμονημένοι έστω πηλός και σκόνη και πέτρα του τόπου

κόκαλα πού πέρασαν τη λίμνη καθώς πρέπει τιμητικά

με σεβασμό με ρούχα καθαρά όχι σαν αδέσποτα σκυλιά στο αμπέλι.

(Δεν ξεύρω ψυχή μου τί θα μας σώσει) — αν έχεις πανσέληνο πληρώνεις.

***

ΟΝΕΙΡΑ
(Ελπίζεις σαλπίζεις νύσταξες πάλι).


Του γλύπτη Δημήτρη Καλαμάρα

Ξεστράτιζαν πάντα ασύλληπτοι ιππότες στο δάσος χαράματα κελαηδημένα

και σπαρταρούσε η βροχή πάνω στα νερά σκορπώντας τα σημάδια

τίποτε δεν στέριωνε, γκρεμισμένα βάσκανα προδομένα, καπνός και πάνε

με άλλο πρόσωπο άλλων τον ύπνο να χτυπήσουν, πλούτη να ρημάξουν

και να πλανέψουν φωτεινά γαλάζια μάτια οδηγώντας τα στα σκοτάδια.
Ανήσυχα τα κυπαρίσσια στον αέρα — διάβασέ τα• σκιές του παρελθόντος

σαν ήλιος λάμπουν μα τώρα η ανοησία της σκουριάς αρχή ποιας

αγάπης; Κρύα τα χέρια της αγαπημένης από καιρό κι αυτήν που

φιλούσες είναι ήδη νεκρή. Σαν το σκυλί που όλη νύχτα συλλαβίζει

στα βάραθρα πεταμένο. Λοιπόν; Χρείαν έχεις ονείρων.
Το κενό (πάλι) του έφιππου αναβάτη να περάσει τα ψηλά βουνά

χάδια στη φεγγερή σελήνη σύντροφοι παλιοί να κλείσουν τα βλέφαρά του•

πλησίον οί γαλαξίες πλησίον οι συντριβές μάντεψε την υπόσχεσή τους

την άγραφη αν μπορείς• με τον υβίσκο συντάξου πού έχει μιας μέρας ζωή

ο ανθός του, άχαρες πέτρες πού επιζούν στο χώμα, τίποτε άλλο.
Σε γυροφέρνουν ξανά κι αν βαλτώνεις χωρίς όνειρα ελπίζουν εκείνα

για σένα — άγνωστα τραγούδια ενθύμια όσων σκέπασεν η λήθη η τυφλή

σκοποί αλλοτινοί σα να μην χάνονται στα τρίστρατα του κόσμου. Εσύ τώρα

βάλε μυαλό, καλού κακού μην κόβεις λουλούδια τη νύχτα — πονάνε. Σαν

κατάρα, συνήθεια παλιά, επιστρέφουν και τα όνειρα πίσω.

*Από τη συλλογή “Χαιρετισμοί” (1995).

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s