Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό εκατοστό

Τι να ελπίσω, ασύστατοι; Αξίζει να ελπίσω·
καν να σκεφτώ κάτι ανεπαίσθητα αίθριο -σκιά
κάτω από δέντρο ίσως ποτάμι και κρασί
και χείλη αποφασιστικά- στην άκρη αυτού
του αναποφάσιστου γκρεμού,
που λέω και ξαναλέω ζωή μου, με την γλώσσα
πνιγμένη στο αίμα το γλυφό, το σκοτεινό,
σαν λάμψη μέσα στο νερό του πηγαδιού
που λέω και ξαναλέω ζωή μου;
Τι να ελπίσω –πόσο μάλλον
ν’ αποφασίσω- εμπρός σ’ αυτό
το αυτάρεσκο θηλαστικό
που αρχίζει επίδοξο πτηνό
για να τελειώσει απ’ την αρχή ερπετό·
κάθε φορά -Ω, κάθε
φορά, γαλάζια ή σκοτεινή με τ’ άστρα!-
Αδάμ ή Προμηθέας, Ιώβ, Οιδίπους ή απλά
άνθρωπος αρπαγμένος απ’ τα κλαδιά του: δέντρο
και άκρη ακρότατη γκρεμού – και πέφτει
μες στον γκρεμό του ο γκρεμός
κι ο γκρεμισμένος μέσα στην εποχή του· η εποχή
μες στ’ όνομά της… Συμπαιγνία: μπρος γκρεμός
και πίσω θάνατος ! Τι θράσος·
να λες «το Ον» αυτά τα δυο
ισόβια βήματα προς τον αφανισμό.

Λοιπόν; Τι να ελπίσω

[εγώ εκτός εποχής κι η εποχή εκτός Ιστορίας
…] ίσον
λυκάνθρωπος σε κόσμο βρικολάκων…]
…………………………………………………………………….
…………………………………………………………………….

…] γυρίζεις και κοιτάζεις
πάνω, τ’ αστέρια και πέφτεις, πέφτεις
βαθιά, ψιθυριστά: ονόματα μαινόμενα,
ονόματα εκδικητικά, διεφθαρμένα,
κι ονόματα επίμονα, ανθεκτικά, δίκαια, ευσεβή.
Ονόματα κλεισμένα στα ποταπά συμφέροντά τους
κι ονόματα έτοιμα να περιθάλψουν
…] τον πρώτο μετανάστη

…………………………………………………………………………..
…………………………………………………………………………..

Τα ονόματα των Ελλήνων, των ένοχων Ελλήνων,
των αθώων Ελλήνων. Των Ελλήνων που πρέπει
να βγάζουν πάντα το φίδι από την τρύπα
μιας Ιστορίας που βγήκε από το αυγό της Ιστορίας
που βγήκε από το αυγό της γάγγραινας του Γένους
…] … […
…] αντιτάσσεις
την ψυχή σου στο φίδι και την τρύπα,
γιατί οι κορυφές των πεύκων, φτάνουν πάντα
πιο βαθιά από τις ταράτσες της Αθήνας,
όπου τ’ αποφάγια του Καρλομάγνου
δολοφονούν τ’ απομεινάρια του Ροβεσπιέρου
και του δρόμους του Λονδίνου,
όπου τ’ απομεινάρια του Ομήρου,
περιφέρονται, ρίχνοντας μνησίκακα βλέμματα
στα φροντισμένα σπίτια
που ήταν κάποτε φροντισμένοι στάβλοι
και φροντισμένα εμπορεία παιδιών
…] … […
βλέμματα σαν μαστίγια στις ράχες τους:
ευνουχισμένοι μοναχοί, που δεν ξέρουν
πως η μόνη τους αμαρτία είναι η ενοχή τους…

……………………………………………………………………………………………..
……………………………………………………………………………………………..

Ήρθαν πολλοί· και άφησαν τα κόκαλά τους ουκ ολίγοι
να τα ποτίζει ο δροσερός χαλκός του πρωινού
κι ώσπου να γίνει απόγευμα, το σίδερο του ήλιου να θερίζει
ελευθερία ξύλινη και πήλινη παραφορά.

Τι να ελπίσω; Ετούτη τη φορά…
μια ψυχή που είναι να γκρεμιστεί,
ας ριχτεί από ψηλά· κι όποιον πάρει ο αιώνας.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s