Μανόλης Κουμαντάκης, Το πολεμικό σινεμά

Μπήκα στο στρατό ξέροντας ότι θα παίξω σ’ ένα σινεμά
κι έπειτα θα βγώ να πω στην γκόμαινά μου πιά παραμύθια χοντρά.
Ακόμα και νεκρός όταν πέφτεις
κάποια εικόνα του σινεμά και μουσική μελαγχολική θα μπορείς να συνθέτεις. Συνθέτης και σκηνοθέτης.
Μα της φρίκης του στρατού έγινα ένας ικέτης.

Στο σινεμά ο Ράμπο Πι.Χι.
μπορεί και ποζάρει και σκοτώνει κάθε τρομοκράτη και κομμουνιστή.
Έτσι και εγώ θα καμαρώνω που μοντέρνα όπλα θάχω να βιδώνω
και σεξουαλικά θα τα χερουκλώνω.
Ακόμα κι αν θα πέσω σαν ένα κλώνο
δέκα δισεκατομμύρια μάτια θα με δούν σε σινεμά φανταστικά στον ντουνιά.
Είναι ωραίο να σκοτώνεις σκεφτόμουνα
και παρ’ όλο που το στρατό λόγω φασισμού εχθρευόμουνα
από το μιλιταρισμό γοητευόμουνα
ξεχωρίζοντας τους μιλιταριστές από τα φασιστόμουνα.
Η ταξική κοινωνία τη φρίκη έχει μελοποιήσει
το θάνατο θα σου σκηνοθετήσει
έτσι που και ο θάνατος θα σε ευχαριστήσει
όταν ο καταπιεστής την σκανδάλη σε σένα πατήσει.
Αφού είδα ότι ο στρατός εξαφανίζει κάθε είδους ποιητική συμφιλίωση με τη φρίκη
και ο σινεμάς του μυαλού αποδείχτηκε φρικιαστικό χαλαμπαλίκι
φοβάμαι ακόμα κι ένα παιδάκι που κρατά στα χέρια ψεύτικο πιστόλι.
Έχουμε το διάολο του φασισμού και του πολέμου μέσα μας όλοι.
Χουφτώνω το κρανίο μ’ ανελεύθερα χέρια
σ’ αυτά τα φρικτά ελληνικά μιλιταριστικά τούτ’ ασκέρια
και βγάζω εικόνες ωμές με νηστέρια
την ψυχή ματωμένη εναέρια
της απελπισίας θητεία κι ιέρεια
κάτω απ’ του φασιστικού κέντρου τα αστέρια.

Ονειρεύομαι μια καλύβα στην άκρη της ζούγκλας ζεστή
πλάι σε μια θάλασσα ηδονιστική
όπου καμμιά ντουφεκιά δεν θ’ ακουστεί
και δεν θα υπάρχουν όπλα και οπλοβαστοί.
Και δεν θάμαστε δεμένοι μ’ ένα όπλο
και την πλακέτα αναγνωρίσεως πτωμάτων σε κάποιο λόχο.
Όπου κοιμόμαστε φέροντας μονίμως στο λαιμό το ασιμί μας
γουρούνια στην μοντέρνα εποχή μας,
μήπως και πεθάνουμε κάποια μέρα και ξεκολλήσουν απ’ το γυμνό λαιμό
του ασιμί τον νεκρό τον αριθμό…

Εγώ είμαι κρέας για τα κανόνια
είμαι κρέας για σωφρονιστικά καψόνια
όχι σινεμάς και πρωταγωνιστής στο σινεμά με γοητρόνια.
Γαμώ τα γαλόνια
πούναι πάνω από τάφους αηδόνια.
Στο σινεμά σταμάτησα να πηγαίνω
γιατί είναι σαν τον στρατό όταν μπαίνω
και βλέπω στην οθόνη κάποιο φασιστρόνι
γοητευτικά να σκοτώνει.
Μεγάλο ψυχολογικό καψόνι.
Για να με εθίσουν στο φρικτό θέαμα το κοινωνικό.
Στο πυροβολικό
τα βλήμματα των 90 κιλών τα λένε μπέμπηδες
κομματιάζουν σπίτια, νταλίκες νταλικιέρηδες
μπουλντόζες μπουλντοζιέρηδες
ζαρτινιέρες ζαρτινιέρηδες
εκπυρσοκροτούν τα μέλη τους στους φρικτούς αέρηδες
κι είναι ωραία εικόνα για του σινεμά τις έριδες,
για του θεατή τα υποσυνείδητα κενά
και για τα αισθήματά του τα νεκρά
και αφήνουνε και κέρδη εμπορικά
κι όλα πάνε καλά
αλλοιώς τα ανθρωπάκια που πηγαίνουν σκλαβωμένα σπίτι δουλειά
δεν θα καθόντουσαν στης αθλιότητας τ’ αυγά.
Φρικάρω από τρομώδη συγκίνηση
όταν βλέπω ένα βλήμα σε κίνηση
προτιμώ να κάτσω γύρω από μια φωτιά
να την κυττώ στα μάτια ζεστά να χτυπά
και να μην υπάρχει ούτε υποσυνείδητη μνήμη
από βόμβες στρατόπεδα, θανατοέτοιμα κτήνη.
Ας πιάσουμε πια το φάντασμα της λευθερίας απ’ την κνήμη,
έτσι που το τέλος του θάνατου χαρτί θα μας απονείμει.
Στη μνήμη
όλων των νεκρών συντρόφων που σκοτώθηκαν χωρίς φιλμ.
Στη μνήμη των νεκρών στο ‘ Αουσβιτσ και το Νταχάου που κάηκαν χωρίς φιλμ.
Στη μνήμη των παγκόσμιων πόλεμων.
Τέλος, στο τέλος του φιλμ των εμπόλεμων.
Δεν έχει τέλος τούτη η στροφή
ούτε και το θρίλερ του πολέμου τελειώνει πάνω στο χαρτί.
Κι η μάχιμη θητεία διαρκεί
στη Ρόδο την κοσμοπολιτική κοντά στην πρώτη γραμμή.
Ξανθές τουρίστριες χαζές
μας ζητάνε να τους πούμε ωραίες ιστορίες όμορφες μιλιταριστικές
και μείς για να τις βγάλουμε γκόμαινες αυτές
τους λέμε πως είμαστε αλεξιπτωτιστές.
Παρ’ όλο που έχουμε κοιλιές.
Δεν τις προσέχουν αυτές.
Και φθιάχνουν γενναίους ήρωες με τις φάτσες μας τις κωμικές.
Γυρνώντας στην Αυστρία
λένε μια ιστορία.
Στη Ρόδο που πήγα
γνώρισα ένα μεσογειακό γορίλλα
μ’ έσφιγγε με τα πρωτόγονα χέρια του
έτσι όπως σφίγγει ο αλεξιπτωτιστής τα ταίρια του
κι εκεί στην ντισκοτέκ
μούπιασε τον κώλο για ένα φλέρτ.
Και με ξέσκισε με το κτηνώδη σώμα του
έτσι όπως αφήνει ένας έμπειρος πολεμιστής νεκρό το πτώμα του.

1986

*Από τη συλλογή “Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα – Αναμνήσεις από στρατόπεδα συγκέντρωσης της κοσμοπολίτκης Ρόδου”, Εκδόσεις Επόμενη Επανάσταση, Ηράκλειο 1988. Ευχαριστώ τον Θεόδωρο Μπασιάκο που μου έστειλε το βιβλίο.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s