Λουκάς Λιάκος, Δύο ιστορίες

Δαλιδά

Βαρβιτουρική μου ανάγκη χειμώνα. Πρέπει να είσαι μόνη σε αυτό το σκοτεινό (θα πάψω σιγά-σιγά). Πρέπει να είσαι πρόθυμη και αφόρητα δίκαιη, ξέροντας το σώμα, ξέροντας την ψυχή μου. Σκέψου τον Ιταλό τραγουδιστή, σκέψου σύντομα ελευθερώνοντας δάκρυα, πως τα δάκρυα δεν υποψιάζονται κήπους μέσα στη βροχή. Θέλω να πιω τα λουλούδια που φτύνουν. Να είμαι το κακό παράδειγμα, να διαβάζω πάνω στο κρύσταλλο, πρακτικά και ηλικιωμένα να σε αγγίζω, μπροστά στη φωτιά, μέσα σε ενοικιαζόμενα με κόκκινο χρώμα, να σε αγγίζω. Η ανάμνηση, η ανάμνηση στο τρίξιμο που δεν έχουμε ζήσει, η ανάμνηση σε όλη τη γη. Όλα συμβαίνουν μέσα από διακλαδώσεις. Να τρώω ψίχουλα, να ξοδεύω το νοίκι με φίλους. Χειμώνας, το τρίξιμο του κρεβατιού. Περιστασιακά τα πάντα υπάρχουν. Να ένα όμορφο βιβλίο, ένα φιλί κι ένα γέλιο κάθε δεύτερο Σάββατο. Μου άρεσε που τα παιδιά ήταν κρεμασμένα από ένα πέτρινο ακρωτήριο κι άρχισαν να βαραίνουν. Εμείς, σαν σε τελευταία στιγμή περιμέναμε τα πουλιά αναίσθητα να φάνε το βούτυρο. Είμαι άνθρωπος, είσαι ολομόναχη, ψάχνω το ραντεβού μου. Ψάχνω σε έναν άμορφο μονόλογο τις ευχές του πατέρα. Πριν τη μελωδία υπήρχε η νίκη, υπήρχαν τα σχέδια που έρχονται. Επίμονε σιδηρόδρομε, σπίτι από χορτάρι, Ιωάννη μου άγιε, δερμάτινη. Χειμώνας σημαίνει ελατήριο, σημαίνει γάτες σε γροθιά, λάχανο που ξύνεται, ρυτίδες σε κάθε σχήμα και διαδικασίες. Διαδικασίες όπως ο άνεμος να φυσάει από τη μεριά της μπουλντόζας, να φυσάει πράσινα και να φυσάει κίτρινα, από τα αισθησιακά λάστιχα του κατερπίλαρ. Χειμώνας όπως λέμε άλογα ελευθερωτές, όπως λέμε οι ποιητές περιμένουν τις πόρνες. Σφραγισμένος χειμώνας. Έχω κάνει τα μαλλιά μου να βαριούνται και να με κατηγορούν που βαριούνται. Χειμώνας. Ο Οράσιο πεθαίνει γλυκιά μου Λουσία κι αυτοί, αυτοί οι λίγοι που περιφέρονται γεμάτοι κλαδιά, αυτοί θα φρουρήσουν τον τάφο του. Αμήν.

***

Υπάρχει το παράλογο

Είναι χρυσό κι αβοήθητο πλάσμα. Διαλέγουμε αυτά που έχουν καεί, διαλέγουμε το κύπελλο κι ένα άδειο δωμάτιο, τη γη με το μέτωπο της σελήνης. Εσύ κι εγώ ουσία μάταιη δεν είμαστε, το σώμα ή ο κήπος, το άρωμα μιας λιποθυμίας. Ζαλιζόμαστε στο πέρασμα μιας εικόνας μπροστά στο παράθυρο. Ζαλιζόμαστε όπως η γη κι επιπλέουμε στο νερό, γιατί οι ρυτίδες μας είναι ένα ποτήρι κρασί, είναι η ευγένεια της βροχής όταν η μετάνοια του πρωινού μας κάθεται, στα σκονισμένα μας χέρια. Ζαλιζόμαστε σαν και τούτο το φως στο πρόσωπό μας, που πεθαίνει για πάντα.

*Από τη συλλογή «Στροφορμή», εκδόσεις Strawdogs, 2016.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s