Octavio Paz, Ύμνος ανάμεσα σ’ ερείπια

«όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…»
Gongora

Στεφανωμένη από μόνη της η μέρα απλώνει τα φτερά της.
Υψηλή κραυγή κίτρινη,
θερμό συντριβάνι στο κέντρο ενός ουρανού
αμερόληπτου κι ευεργετικού!
Κι ό,τι φαίνεται είναι ωραίο σε τούτη την αλήθεια του τη στιγμιαία.
Η θάλασσα σκαρφαλώνει την ακτή,
πιάνεται στα βράχια, αράχνη λαμπερή·
η πελιδνή πληγή του βουνού αστράφτει·
μια χούφτα γίδες είναι ένα κοπάδι πέτρες·
ο ήλιος αποθέτει το χρυσό αυγό του και χύνεται πάνω στη θάλασσα.
Όλα είναι θεός.
Άγαλμα σπασμένο, κολώνες φαγωμένες απ’ το φως,
ερείπια ολοζώντανα σ’ έναν κόσμο πεθαμένων ζωντανών!

Πέφτει η νύχτα στην Τεοτιχονακάν.
Ψηλά στην πυραμίδα τα παιδιά καπνίζουν μαριχουάνα,
ηχούν κιθάρες βραχνές.
Ποιο βότανο, ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίζει τη ζωή,
πούθε να ξεθάψουμε τη λέξη
την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και το λόγο
το χορό, την πολιτεία και τη ζυγαριά;
Τό μεξικάνικο τραγούδι ξεσπάει σε μια βρισιά,
άστρο πολύχρωμο που σβήνει,
πέτρα που μας κλείνει τις πόρτες της επικοινωνίας.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γερασμένη.

Τα μάτια βλέπουν, τα χέρια αγγίζουν.
Αρκούν εδώ κάποια πράγματα λιγοστά:
φραγκοσυκιά, αγκαθερός κοράλλινος πλανήτης,
σύκα καλυπτροφόρα
σταφύλια με γεύση ανάστασης
αχιβάδες, παρθενιές απρόσιτες
αλάτι, τυρί, κρασί, ήλιόψωμο.
Από το ύψος της μελαψάδας της μια νησιώτισσα με κοιτά,
λυγερή εκκλησιά ντυμένη φως.
Πύργοι απ’ αλάτι αντικρύ στα πράσινα πεύκα της όχθης
αναδύονται τ’ άσπρα πανιά απ’ τις βάρκες.
Το φως χτίζει ναούς στη -θάλασσα.

Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Μόσχα.
Η σκιά σκεπάζει την πεδιάδα με το φάντασμά της κισσό,
με τη ριγηλή πανίδα της ανατριχίλας της,
το πυκνό της χνούδι, το σμάρι τα ποντίκια.
Πότε-πότε τουρτουρίζει ένας ήλιος αναιμικός.
Απαγκιασμένος σε βουνά που χτες ήταν πόλεις,
ο Πολύφημος χασμουριέται.
Χαμηλά, ανάμεσα στους λάκκους σέρνεται ένα κοπάδι άνθρωποι.
Μέχρι πριν λίγο ο όχλος τους θεωρούσε ζώα ακάθαρτα.

Να βλέπεις, ν’ αγγίζεις σχήματα όμορφα, καθημερνά.
Βουίζει το φως βέλη και φτερά.
Μυρίζει αίμα ο λεκές του κρασιού στο τραπεζομάντιλο.
Καθώς το κοράλι τις ρίζες του στο νερό
απλώνω τις αισθήσεις μου στην ολοζώντανη ώρα:
η στιγμή πληρούται σε κίτρινη αρμονία,
ω! μεσημέρι, θύσσανε κατάφορτε λεπτά,
κούπα αιωνιότητας!

Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, μπερδεύονται, ξαναρχίζουν.
τέλος ακινητούν, ποταμοί που δεν εκβάλλουν
δέλτα του αίματος κάτω από έναν ήλιο δίχως λυκόφως.
Και τάχα πρέπει να σταματήσουν όλα σ’ αυτό το
τσαλαβούτημα σε στάσιμα νερά;

Μέρα, στρογγυλή μέρα,
φωτερό πορτοκάλι μέ 24 φετες,
ολες διαπερασμένες απ’ την ίδια κίτρινη γλύκα!
Η σοφία τελικά παίρνει μορφή,
συμφιλιώνονται τα δυο εχθρικά μισά
Κι η συνείδηση-καθρέφτης αναλιώνει,
γίνεται ξανά πηγή, συντριβάνι μύθων:
Άνθρωπος, δέντρο εικόνων,
λόγια που είναι ανθοι που είναι καρπός
που είναι πράξεις.

Νεάπολη 1948

*Από το βιβλίο “Οκτάβιο Πας, Ποιήματα”, εκδ. Ηριδανός, 1986. Μετάφραση Μάγια-Μαρία Ρούσσου.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s