Νικος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

Έργο Magnus Zeller

Θα πει

Τώρα ανοίγω πόρτες πούναι μόνο δικές μου

Καθένας τώρ’ ανοίγει τις δικές του πόρτες

Καθένας τώρα βλέπει τα
          
δικά του πράγματα.

Κι αν τύχει να βρεθούμε μπρος στα ίδια πράγματα
          
τα βλέπουμε
          
με χρώματα και σχήματα ο καθένας
          
διαφορετικά.

Κι αν τύχει να τα ιδούμε με
          
τα ίδια χρώματα
          
και με τα ίδια σχήματα τα βλέπουμε
          
όχι στην ίδια θέση
          
όχι απ’ την ίδια θέση
          
όχι στον ίδιο χρόνο.

Κι αν δούμε ακριβώς τα ίδια πράγματα
          
στην ίδια θέση από
          
την ίδια θέση
          
στο ίδιο χρώμα και
          
στο ίδιο σχήμα
          
στον ίδιο χρόνο ακριβώς
          
θα πει
          
θα πει πως ανοίξαμε την
                    
τελευταία
                     
πόρτα.
           
***
 
Σόμπα

Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα

Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά

Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα

Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και

Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα

Κι αν είναι ντενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου

τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως

Είσαι ενσάρκωση του ʼγνι και απόγονος

Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως

Είν’ η ψυχή σου από φωτιά∙ α πόσο χαίρομαι

Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το

Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και

Να νιώθω την

Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει

Τη φλόγινη γύμνια της

Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου

Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη

Την κάμαρά μου, ακόμα και… α Σόμπα

Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου

Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω

Το κάλυμμα ετούτο του κενού∙ και βέβαια συ

Θαρρώ με νιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα

Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά

Έχεις και συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις

Κι όχι μονάχα από τούτα, μα κι απ’ τ’ άλλα

Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν

Απάνω στην ταράτσα μού καμώνεσαι

Πως βγάζεις μέσ’ απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα

Το νιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για

Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους

Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α–

λαφροπατώντας με

Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα

Της ομίχλης

Στην πόλη που γίνετ’ η

Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα

Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά

Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα

Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και… Σόμπα

Άσε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν

Άσε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι

Της συστολής σου εκείνο το

Σκουριασμένο μερμήγκιασμα, π’ όλο χάνεται,

Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος

Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.
 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s