Jules Supervielle, Δύο ποιήματα

Θαλασσοταραχή

Εσείς πανδοχεία και δρόμοι, εσείς ουρανοί σε αγρανάπαυση,
Εξοχές εσείς, αιχμάλωτες των μηνών του χρόνου,
Δάση εναγώνια που πνίγουν τα βρύα,
Με ξυπνάτε τη νύχτα για να με ανακρίνετε,
Να μια λεύκα που μ’ αγγίζει με το δάχτυλο,
Να ένας καταρράκτης που μου τραγουδά στο αφτί,
Πυρετώδης ένας παραπόταμος ορμάει στην καρδιά μου,
Ένα άστρο ανασηκώνει, χαμηλώνει τα βλέφαρα μου
Και ξέρει να με βρει ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς
Ακόμα κι αν κρύβομαι σ’ έναν ύπνο χορταριασμένο
Κάτω από την ταξιδιώτισσα στέγη του ονείρου.
Από τα φοβισμένα βράδια που τάραζε ο βίσωνας
Μέχρι το πρωινό τούτο του Μάη που ακόμα ψάχνει για τη χαρά του
Και που στα πλανερά μου μάτια ίσως είναι μόνο ένας μύθος,
Η γη είναι μια ηλακάτη όπου υφαίνουν ήλιος και σελήνη
Κι εγώ ένα τοπίο που ξέφυγε απ’ τ’ αδράχτι της,
Ένα κύμα της θάλασσας που αρμενίζει από τον καιρό του Ομήρου,
Αναζητώντας ωραίο ακρογιάλι για να ηχήσουν τρεις χιλιάδες χρόνια.
Η ανθρώπινη μνήμη κυλάει πάνω στη σφαίρα, την τυλίγει,
Φτιάχνοντάς της έναν ευαίσθητο ουρανό με νευρώνες στο άπειρο,
Οι ήχοι όμως κείτονται θερισμένοι σε όλο το παρελθόν του κόσμου,
Η ιστορία δεν μπόρεσε ακόμα να κάνει ν’ ακουστεί μια φωνή,
Και να μονάχη στον πλανητικό δρόμο η καρδιά μας
Λαμπαδιάζοντας σαν ξερόκλαδο ανάμεσα σε δυο όρη σιωπής
Που θα σωριαστούν καταπάνω της με το αεράκι του θανάτου.

*

Προβολή

Αέρινο κοιμητήρι, σκόνη ουράνια,
Όπου με μάτια πιο γενναιόδωρα
Θ’ αναγνωρίζαμε φίλους,
Αέρινο κοιμητήρι, στοιχειωμένο με δρόμους εγκάρσιους,
Μεγάλες λεωφόρους
Και αποβάθρες για αποβίβαση ψυχών κάθε αναστήματος,
Όταν ο άνεμος έρχεται από τον ουρανό
Ακούω το ποδοβολητό
Της ζωής και του θανάτου που ανταλλάσσουν τους δεσμώτες τους
Στα κινούμενα σταυροδρόμια σου.
Να σας ονομάσω φαντάσματα,
Αμαγάλματα σκότους
Σε αναζήτηση σώματος,
Μιας φτωχής ηδονής,
Εσάς που οι πιο σφοδροί σας πόθοι
Θολώνουν τον ουράνιο καθρέφτη
Χωρίς να μπορούν να καθρεφτιστούν μέσα του.
Προσμένετε τη γέννηση
Μιας σελήνης με ράμφος κύκνου
Ή ενός άστρου σε αναμονή
Πίσω από ένα ουράνιο σημείο,
Προσμένετε μιαν αυγή
Κι έναν ήλιο που να ταπεινώνουν λιγότερο
Ή ίσως μια μικρή βροχή
Για να γλιστρήσει αθέατη
Στις άχαρες κατοικίες μας
Η νομάδα σας λεπτή ψυχή
Που την τρομάζουν οι ζωντανοί
Με την αφοσίωση της καρδιάς τους
Με τα κόκαλά τους στερεωμένα κάτω από ωραία σκέπη,
Όλοι ετούτοι οι άνθρωποι που φωνασκούν με το εκφραστικό τους στόμα
Κι είναι περήφανοι για τις άγρυπνες, ύπουλες σκέψεις τους,
Για το βλέμμα τους που διατρέχει τον ορίζοντα ακούραστα.

*Από το βιβλίο Ζιλ Σουπερβιέλ, Ποιήματα, μτφρ. Ντενίζ Ανδριτσάνου, εκδ. Printa

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s