Κούκος μονός αβολοντέ

Αρκετά χρόνια πίσω καθόμουν σε μια μπάρα – σιγά την είδηση. Είχα πιει μερικά, αλλά ήμουν σε καλή κατάσταση, νηφάλιος. Κάποια στιγμή βγαίνοντας από το μέρος, πέφτω πάνω σε μία κυρία, την είδα στον καθρέπτη δηλαδή και σάμπως να παρεξηγήθηκε – τύπου την ενόχλησε η μούρη μου και μπήκε κλείνοντας με δύναμη και φόβο θα έλεγα την πόρτα. Δεν μου άρεσε. Βγαίνοντας με κάλεσε ή την κάλεσα, δεν θυμάμαι, για εξηγήσεις.

Μου ζήτησε μετ’ επιτάσεως συγγνώμη, γνωριστήκαμε, ήταν από το χωριό μου, την έλεγαν Ελλάδα (!) Σ. Ηταν της γενιάς μου, είχε πολύ καλή κουβέντα, ήταν ουδέτερα νοσταλγική προς τα ξερόβραχα της πατρίδας μας, ήταν καλή πότης, ήταν ίσια στο βλέμμα.

Κάτσαμε κάνα δυο ώρες, δεν ανταλλάξαμε καν τηλέφωνα θεωρώντας –καθότι πελάτες και εμφανώς γνώριμοι των προσώπων εκεί– αμφότεροι δεδομένο ότι θα ξανασυναντηθούμε στο ίδιο μέρος σύντομα.

Ποτέ.

Πέρασαν καιροί πολλοί. Το συζήτησα κάποια στιγμή με τον ιδιοκτήτη και φίλο, δεν μου το επιβεβαίωσε ότι σύχναζε τέτοιο πρόσωπο εκεί -το όνομα είναι εξαιρετικά σπάνιο και εντελώς ξένο στα μέρη μου, άσχετο αλλά σχετικό- κι αυτό με έβαλε σε σκέψεις.

Μπορεί όλη αυτή η ιστορία να μην υπάρχει; Να ‘ταν τέτοιο το παιχνίδι του μυαλού μου; Τα γεγονότα προς τα κει κατευθύνουν (ληξιαρχεία στο χωριό βέβαια δεν πήγα να ψάξω, αλλά τώρα που το σκέφτομαι), προς ένα μυστήριο. Υπάρχει η Ελλάδα Σ.;

Η Πελαγία Φυτοπούλου κατέβηκε από την Κατερίνη πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια για να παλέψει με τις τέχνες.

Με την ευγενική χορηγία της γιαγιάς Πελαγίας, σπούδασε ηθοποιία-σκηνοθεσία και όταν έγραφε, κάτι ώρες δύσκολες, τα αποταμίευσε στο συρτάρι.

Εχει παίξει θέατρο και κινηματογράφο, έχει σκηνοθετήσει, έχει δημοσιεύσει πρόπερσι το πολιτικό παραμύθι «Το Ραβδί των Καλικαντζάρων» και πρόσφατα έπεσε στα βαθιά.

Η ποιητική συλλογή «ΚΟΥΚΟΣ» έρχεται να μουδιάσει το πίσω μέρος του μυαλού, να γρατσουνίσει τα καθωσπρέπει, να προβοκάρει την κανονικότητα, να παίξει την μπάλα κάθετα.

Κάτι σαν μια τρυφερή μπαλάντα στους ποιητές, παράδοξοι που ‘ναι.

Αλλά πάλι, η ποίηση υπάρχει; Τα ποιήματα υπάρχουν ή είναι μια εφεύρεση των μορφωμένων για να με κάνουν να νιώθω αμήχανα;

Οταν όμως γράφει η Πελαγία Φυτοπούλου, την άκουσα/κατέβηκα στο λιμάνι/αγόρασα χρώμα/ έγινα ζωγράφος τότε η ποίηση υπάρχει. Παραδοχή-επαφή-επικοινωνία-όραμα-ευθύτητα-καθαρότητα-ταχύτατα. Στο λιμάνι ο καθένας ζει το όνειρο. Και ο ψαράς και ο ζωγράφος και ο ποιητής και ο αυτόχειρας.

Σπάνια διαβάζω ποίηση, όπως καταλάβατε, αλλά όταν το κάνω δεν περιμένω να χαρώ κιόλας. Από περιέργεια ξεκινάω και συνήθως μ’ αυτήν καταλήγω. Οταν όμως διάβασα «ο λόγος τους λυσσώδης/ξαγρυπνά πάνω από τα βρέφη/που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις/θα τα στείλουν πίσω», κατάλαβα.

Υπάρχει μια ποίηση με λόγο ανατρεπτικό για να μας θυμίζει πως δεν μας περισσεύει πολύς καιρός για γέλια. Μας πήραν στο κατόπι τ’ αρπακτικά του κόσμου μας και δεν προλάβαμε να οχυρωθούμε. Και τώρα δεν υπάρχει άλλος να τρέχει για μας. Μήπως και να ‘πρεπε να σταθούμε να κοιτάξουμε τα θηρία στα μάτια;

Υπάρχει κι άλλη ποίηση, χαρούμενη όχι, αισιόδοξη ίσως. Οταν πάλι γράφει: Υπάρχουν πολλές τρυφερότητες/κάτι λίγες δεν ξυπνούν ποτέ/ ονειρεύονται τον Λόρκα/ Αμίγκο, να την προσέχεις την ποίηση/ μια μέρα θα μας ξεκάνει όλους.

Εμ, αυτά είναι που φοβάμαι…

Και να που η ποίηση υπάρχει – όπως και η Ελλάδα Σ.- τώρα το ξέρω…

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

*Από την Εφημερίδα των Συντακτών εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/koykos-monos-avolonte

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s