Βασίλης Βασιλειάδης, Ερωτικό ποίημα

ΕΠΑΡΧΙΑ τοῦ κόσμου
χῶρος μονήρης κι ἔμπειρος τῆς ἀλήθειας παραχαράκτης
μὲ ὀμορϕιὰ λαγνικὴ
γεμάτος τοπία ἀποστημάτων τῆς ζήσης
ἐδῶ
ἐχέμυθα διανύουν τὴν καριέρα τοῦ ἰσοβίτη οἱ ἄνθρωποι
ἄλλοι ἔνδοξοι κι ἄλλοι ἀνώνυμοι
ζαβλακωμένοι ταριχευτὲς τοῦ νεκροῦ ὄνειρου
ἀϕουγκράζονται μνησίκακα τὸ γίγνεσθαι τοῦ χρόνου
Καθημερινή.
Ἀπὸ βραδὶς συνωμότες τῆς ἐπιβίωσης
ὁ καθένας τοῦ ὀξειδωμένου Ἐγὼ ἀνάδοχος
προσπαθεῖ νευρωτικὰ ν’ ἀξιοποιηθεῖ.
Ἄτρωτοι στὴ θέα παραλυμένων ἀξιῶν
ἐξαγνίζουν σὲ ὄρθρο ἁγίων τὰ ἔμπυα ἀξιώματα
σ’ αὐτὸν τὸν βόρβορο
οἱ ἄνθρωποι κρύβουν καλὰ τὴν ἀποσύνθεση
κάτω ἀπὸ τὸ γυαλισμένο δέρμα τους.
Ἀγαπημένα ζευγάρια,
νυμϕίοι σὲ προοπτικὴ μειωμένη
ἀπαστράπτουν ἐνδυόμενοι τὶς τήβεννους σκεπτόμενων ἐραστῶν
ἀνέραστοι
ἀγναντεύουν τὸν ἔρωτα βαλσαμωμένο
ἐρεβικοὶ κοπρομήκυτες τὰ συναισθήματα
εἰσελαύνουν ἀνόσια σ’ ἀλλοτριωμένα αἰδοῖα
κι ἐγὼ
μὲ ὀϕθαλμὸ ϕαλλὸ διαστελλόμενο
παρακολουθῶ τὶς σπερματικὲς πλημμυρίδες στὰ ὑπογάστρια.
Μεσάνυχτα
ἀναμένοντας τὸ μουχλιασμένο αὔριο
στὸ Μανχάτταν-Pup τοῦ Λουκᾶ ἀκοῦν Alabama Songs
ἔχουν ὑποκύψει στ’ ἀπωθημένα τὰ ἐνδότερα οἱ θερσίτες
ἐπενδύουν στὸ ἀνυπόστατο
προικοθῆρες τῆς ἐλάσσονος ἀλήθειας
μὲ σπασμοὺς ἐπιληπτικῆς γνωσιολογίας
σχεδιάζουν τὴ ζωή τους
εὐωδιασμένα ἀπορρίμματα
καὶ νευρώσεις αἰωρουμένων ὀνείρων
Συνέβη στὴν ἐπαρχία ἀνεπάντεχα
τὴ νύχτα ἐκείνη δίπλα στὴ λίμνη
τρισέρημοι ζούσαμε τὴν ὕστατη ἀλήθεια τῶν ὀνείρων μας
ἀνάμεσα στὶς μηλιὲς
ἀγκαλιασμένες οἱ σκιὲς δυὸ ἀνόμοιων
ἀνάσαιναν τὸν ἔρωτα
ἡ λυρικὴ χημεία ὑγροποιοῦσε τὰ συναισθήματα σὲ ἐκχειλίσματα τῶν
βλεννογόνων.
Ἀνάσκελη σϕαδάζεις ἀπὸ ἔκσταση
ἡ γλώσσα τοῦ πάθους μου στραγγίζει ἀπὸ τὸ ϕουσκωμένο σου μουνάκι
τὸ ἐξωτικὸ κοκτέιλ τῆς καύλας σου
ξεδιψάω τὶς λαχανιασμένες μου αἰσθήσεις
στολίζει ὁ ἀγέρας τὰ μαλλιά σου μὲ χαμομήλια καὶ ρημολούλουδα
ἀκούγεται νὰ ϕλοισβίζει στὰ ϕλογισμένα σου χείλη ἡ ψωλή μου χαμογελαστὴ
ἀργοκίνητη ἡ ἀπόλαυση τοῦ ἔνστιχτου
ἀποκαλύπτει τὴ γνώση ἀναλϕάβητη
ριγμένη μπρούμυτα ἀϕήνεις τὸν κουρσάρικο ϕαλλὸ νὰ λεηλατεῖ τὴ βαθύκολπη εἰλικρίνεια
μὲ ἐπιθέσεις ἀπανωτὲς ἀνάμεσα στὰ στυλωμένα σου κωλομέρια
μὲ ριπὲς στεναγμῶν ἡ ἡδονὴ ἐκτελεῖ τὴν καμαρωμένη ψευτιὰ τοῦ ἀτομικισμοῦ
ἀνυποψίαστος
βυζαίνω τὴ θελημένη κοινοχτημοσύνη ἀπὸ τὶς ὀρθόστητες ρῶγες σου
ποὺ στέκονται περιγελαστικὰ καταντίκρυ στὴ σελήνη
τὴ θρασὺ ἡδονοβλεψία αὐνανιζόμενη
οἱ καρδιὲς ταχύρρυθμες
ἀναπηδοῦν ἀπὸ τὰ στόματα ϕωνήεντα εὐγνωμοσύνης
ποὺ τραγουδοῦν τὴν εὐτυχία μας
χτυπᾶμε τὰ κορμιά μας μὲ τὰ βρωμισμένα λόγια τῆς ἱδρωμένης ϕαντασίας
τανυσμένοι πέρα ἀπὸ τὴ χρήση τῆς βιολογίας τῶν σπασμωδικῶν πηδημάτων
συνθλίβουμε τὶς καμπύλες μας σὲ μία καὶ μόνη ἀλήθεια
καταργώντας τὰ σύνορα τῆς ἰδιωτικῆς μας συνείδησης
θερμὰ βογγητὰ
εὐνουχίζουν τοὺς ἀγκιτάτορες τῆς οὐσίας τῆς ζωῆς τῆς πέτρινης
δὲν χρωστᾶμε τίποτε στοὺς μαστροποὺς τοῦ ἔρωτα
κι ἂς μᾶς ποῦνε σοδομίτες
εἶναι τιμή μας νὰ κάνουμε τὴν ἠθικολογία τους ἀνήθικη
στὴν ἀγυρτεία τοῦ ἄξεστου τῶν θαυμάτων πολιτισμοῦ τῶν homo sportivus
ἀπαντοῦμε μὲ τὴ λάγνα γλώσσα τοῦ DNA
τρεμουλιάζουν τὰ μπούτια σου
τὸ σπέρμα χωρισμένο ἀπὸ τὸν ἁρπαχτικὸ ἐπιβήτορα ἑαυτό του
πλαγιάζει ἁπαλὰ στὰ χείλη σου
τί ὀργασμὸς σημαδιακὸς κι αὐτός…
σείστηκαν τὰ κειμήλια τῆς διπλῆς ζωῆς τῆς ἁγιοσύνης τοῦ Βυζάντιου
καὶ τοῦ Βατικανοῦ·
τώρα
εἴμαστε μ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπινους ἀγγέλους,
τοὺς μόνους ἀληθινούς,
ποὺ θητεύουν ἄοκνοι στοὺς ὑπαρξιακοὺς ρυθμοὺς
μὲ τὰ μυαλὰ γυμνὰ ἀπὸ τὴν γοητεία τῆς ϕθηνῆς πολυεστερικῆς σκέψης
εἴμαστε μ’ αὐτοὺς ποὺ γελᾶνε,
γελᾶνε ἀσταμάτητα
ἀμϕισβητῶντας τὴ σκυθρωπὴ πίστη σὲ ἰσχυρογνώμονες ἀλήθειες
αὐτὲς τὶς τυραννίες τὶς ὕπουλες
θητεύουμε ἀπομονωμένοι τὸ μέλλον
ἐδῶ
ἀνάμεσα στὰ ἁγιοκλήματα τῶν ἀρωματάρηδων κήπων τοῦ ἔρωτα
ἥδιστα παραδομένοι στὴ ζεστασιὰ τῆς ἀρχέγονης τελετουργίας τοῦ πάθους γιὰ τὴ ζωή·
ἐπιτέλους τώρα
εἴμαστε μ’ αὐτοὺς
ποὺ ξέρουν τὴν τέχνη ν’ ἀκοῦν τοὺς παλϕασμοὺς τοῦ πέλαγους
μέσα ἀπὸ τὸ σιωπηλὸ κογχύλι
ἀϕήνοντας σὲ ἄλλους διάστροϕους,
τοὺς ἐπίγονους σάπιων γνωσιοπαραγωγῶν,
νὰ τὸν καταστρέϕουν
ἐξηγώντας τον σὲ ἀϕόρητα πληκτικὲς ἀράδες
–γιὰ τὸν ἔρωτα μιλάω,
τὸ ρῖγος τῆς ποίησης
κι ὄχι γιὰ τὴν κακομοιριὰ τῶν συστημάτων τῆς ἐρωτικῆς λογικῆς–
Στὸ σύθαμπο τῆς ἀνοιξιάτικης αὐγῆς
μοιάζεις μὲ τοπίο ποὺ ἀχνίζει τὴ δροσιὰ τῆς αὐθεντικότητας
ξέγνοιαστη ἀπὸ τὶς ϕροντίδες τῆς ϕιλαυτίας σου
ἐγκατοπτρίζεσαι στὴν ἀμοιβαιότητα
προέκυψες μιὰ νέα σύνθεση μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἔρωτα
περήϕανη κι ὄμορϕη Γυναίκα
ξεϕλουδισμένη ἀπὸ τὸ πεπρωμένο σου
–ἀκόμη σὲ θυμᾶμαι Κικο–
Ἀνιχνευτὲς τῆς ἐλπίδας
μέσα στὸ πουθενὰ τῶν ψηϕιακῶν χρόνων
ἀναζητούσαμε τὴν πρώτη γραϕὴ τῆς ζωῆς σ’ αὐτὸ τὸ ταξίδι·
ἐσὺ
ἀμάχητη κι ἀναντίρρητη
ζοῦσες τὴ στιγμὴ ἐλεύθερη
ξεχνῶντας γιὰ λίγο
ὅτι κατάγεσαι ἀπὸ γένος ἐνδόξων ἀπολογητῶν τῆς λογικῆς τῶν ἔσχατων
μὲ βουλιμία τὰ χείλη σου γεύονταν τὴν πικροδάϕνη
στυϕὲς ϕιλοδοξίες
νὰ νιώσεις TRIUMPHALIS μὲ παράτα θριάμβου σὲ στράτα ἀνθρωποέρημη·
κι ὅμως
δὲν ξεγέλασε τὴν ἀλλοτρίωση ἡ ἀπροσδόκητη εὐτυχία τῆς ἡδονῆς.
Ἡ κερδοσκοπία
ὑποψιασμένη ἀπὸ τὴν προσπάθεια τῆς ἀναίρεσής της
μειώνει τὴν ὀμορϕιὰ τῆς θελημένης μας λεηλασίας
σὲ μιὰ ἀκόμη συναλλαγὴ ἐγωτισμῶν·
ταγμένη σὲ ὅ,τι σημαίνει
ταχτοποιήθηκες μὲ κινήσεις ὑπολογισμένες
στὴν κομψὴ πανοπλία τῶν συμβόλων τῆς μόδας
ἀϕάνισες τὴ Γυναίκα
τὴ νοτισμένη μὲ ἀνευλάβεια πρὸς τὴν ἐποπτεία τῶν τερατώδικων μυθευμάτων
κι ὀργανωμένων ἐνοχῶν
ἔργο τῶν συνεργείων τῆς ἀνάλγητης κοινωνικοποίησης
κι ἄλλων τσιλιαδόρων τῶν προδιαγραϕῶν τῆς ἀπαλλοτρίωσης,
αὐτὴ τὴ Γυναίκα
ἀνάστημα ἀϕιλοπερίεργο
πρὸς τὰ καθέκαστα τῆς ἰσόπεδης λογικῆς
αὐτὴ τὴ Γυναίκα
σχῆμα ἀλλεργικὸ
πρὸς τὴν ἀσκητικὴ τῶν ἐμπαθῶν ρημάτων ἠθικῆς τάξης ἀσπόνδυλης
καὶ κωλοπαρμένης
ποὺ κατὰ τ’ ἄλλα ἐπιμένει νὰ ὁσιωθεῖ ἡ ἀνθρωποκτόνα
μοστράροντας τὴν παρθενορραϕή της
ὡς τεκμήριο ἀθωότητας,
αὐτὴ τὴ Γυναίκα
ποὺ δοκίμασε νὰ ξοδευτεῖ σὲ αὐτὸ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀκόμα
τὴν ἀνεπιτήδευτη ἐρωτικὴ συνεύρεση
μέσα ἀπὸ τὴν ἀναίρεση τοῦ κόσμου τοῦ λιμνασμένου
στὴν παλιοϋπόθεση τοῦ ἐϕησυχασμοῦ στοὺς τεχνητοὺς παράδεισους
τῶν ἐνδοτισμῶν ποὺ μᾶς ἐκϕυλίζουν.
Ἀνασϕαλὴς ἀπὸ τὴν αὐτονομία σου
ἐπιστρέϕεις στὴν παθολογία τοῦ κύρους τῆς κοινωνικοποίησης
νὰ σὲ χειροκροτοῦν τροπαιοϕόρα τῶν λογικῶν παραμέτρων
πέντε ὀπαδοὶ
–ἂς εἶναι δέκα κι ἑκατὸ
ἂς εἶναι μιὰ πλειοψηϕία νωθρῶν χειραγωγήσιμων–
Σὲ βλέπω
ἔρμαιη συνειρμῶν κυνηγῶν τῆς ἀναρρίχησης
νὰ ἐπανέρχεσαι εὔϕρων
κόβοντας τὸ ἀλισβερίσι μὲ τὶς μυστικὲς ἀνθοϕορίες τῆς ἄνοιξης·
τελεσίδικο τέλος
μὲ τὸν ἐχθρὸ τῆς πόλης
ἐμένα
ποὺ ἀκόμη δὲν ἀκροβολίστηκα στὴν ἀποδοχή.
Νιώθεις ἐϕησυχασμένη κι ἀμαρτύρητη.
Γελιέσαι.
Λαξεύτηκε στὸ βράχο τῆς ζωῆς σου αὐτὸς ὁ ἔρωτας
αὐθαίρετα
ἀπὸ χέρι παπαρούνας κόκκινης
κι ἂς μὴν τὸ ὁμολογήσεις ποτέ.
Ζάμπλουτος ἀπὸ ἀχτημοσύνη
σὲ ἀϕήνω στὴν προγονοπληξία τῶν ἐπετείων
νὰ χειροκροτᾶς τὴν κλειτορίδα σὲ στύση
ποὺ παρελαύνει μὲ βυζιὰ νταρντάνικα στὸ βηματισμό

*Το ποίημα αυτό είναι κομμάτι είναι από τό ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ long poem, εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s