Γιώργος Κρητικόπουλος, Έξι ποιήματα

Artwork: Adolph Gottlieb

Artwork: Adolph Gottlieb

Αειργμών ο ωριγίτης

Αειργμών ειμί ο ωριγίτης.
Ζέφερω έχω στα πανιά για να φυσά,
για να ανταμώνω με το βλέμμα μου τον ήλιο,
που με το φως του στεφανώνει τα βουνά.

Πατρίς μου μον είν μια ελπίδα
και το όνειρο μου μια φωνή που ξενυχτά,
τι κι άν με χίλια μάτια σ’ είδα,
πελεκημένη είσαι από αλλότρια σπαθιά.

Γονατισμένη μπρος του βίου το μαχαίρι,
πέλεκυς γύρω τα σίδερα σου ακουμπούν,
μα το όνειρό μου μια φωνή που θάνατο δεν ξέρει,
θα αντιστέκεται σ’ αυτούς που τον ειργμό σου εξυμνούν.

Αειργμών ειμί ο Ωριγίτης,
αετός με βρόχινα φτερά,
ψάχνω τον πανσπερμοδεσμώτη,
που ‘χει πετρώσει την λαλιά απ’ τα πουλιά.

***

Πόσο μοιάζει!

Πόσο μοιάζει η ζωή μας με μια τρύπα στο κενό
κι οι σταγόνες που πηδάνε, μοιάζουν με τοκετό,
να θες ν’ αναγεννηθείς μα δεν ποθείς και δεν ποθώ.

Και η Επανάσταση στο αίμα συνεχίζει να φουντώνει,
είναι το κάτι που μες την άβυσσο στο τέλος μας ενώνει,
σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς που η εξουσία όλους πνίγει,
τις τύψεις να αντέξουμε δεν μπορείς και δεν μπορώ.

Μου ζητάς να παραβγούμε μ’ ένα δύσκολο σκοπό,
το ξέρω έχεις δίκιο και για αυτό το προσπαθώ,
σ’ ένα δρόμο που πασχίζεις να τον βγάλεις ώς το τέλος,
δίχως χέρια, δίχως πόδια, δίχως αναπνοή.

Την λύση την ξέρεις, απλώς δεν την θυμάσαι,
για να την θυμηθείς δεν πρέπει να λυπάσαι,
στον κόσμο αυτόν υπάρχουν πολλών λογιών δειλοί,
υπάρχουν κι οί σφετεριστές που το παίζουνε θεοί,

που για να τους παλέψεις πρέπει ν’ αναγεννηθείς.

***

Αλληλεγγύη, ναι

Αλληλεγγύη, ναι.
Βλέπω το σώμα σου να φθείρετε να βαραίνει,
αρχίζεις να ανακαλύπτεις,
το υπέρμετρο βάρος του σήμερα πάνω σου,
και το ξεφορτώνεις στο χθες και στο αύριο,
θεωρώντας το, ως τον ιδανικότερο τρόπο,
να επιβιώσεις στην πραγματικότητα που σου σερβίρουν.
Εσύ, το ιδανικότερο κατά τα άλλα μέλος,
ανακαλύπτεις ότι δεν είσαι το κεφάλαιο της ζωής σου,
αλλά απλώς ένα εισόδημα προς χρήση
της καταναλωτικής κοινωνίας.
Ποια είναι τελικά η αξία;

***

Τ’ όνομά σας κύριε

Απ’ του γερασμένου κόσμου σας τα παράθυρα αγναντεύω,
όλα τα τριαντάφυλλα πριν απ’ την κοπή
και ψάχνω στον ουρανό, μια τρύπα να ξεφύγω,
μα οι έγνοιες χτίζουν τοίχο και παραμένω στο οχυρό.

Τ’ όνομά σας κύριε, παρακαλώ περάστε,
στου 21ου αιώνα το κελί,
για τα πτώματα που βλέπετε, μην ανησυχείτε,
θα τα ‘χουνε μαζέψει ώς το πρωί.

Θα τα έχουνε πετάξει ως το πρωί.

Ανώνυμα πρόσωπα απ’ την απόγνωση βγαλμένα,
τρέχουν να κρυφτούν στην κάθε μας στροφή
κι όλα στέκονται μα κι όλα είναι ένα ψέμα,
που εξαρτάται απ’ το κέρδος κι απ’ το ποια είν’ ή τιμή.

***

Οδύσσεια.

Με μια σάπια σχεδία και τη νοσταλγία για πανιά,
απ’ την πυρά μιας Τροίας για άλλα λιμάνια ταξιδεύεις.
Της Σκύλλας και της Χάρυβδης όμως ξέχασες τα στενά,
αφού μια μάγισσα Κίρκη το μυαλό σου αναμοχλεύει.

Απ’ της Σειρήνες το τραγούδι όμως κάποιες λέξεις τις κρατάς,
στέκεσαι στη γωνιά μονάχος και σιγοτραγουδάς.

Κόρη Περσεφόνη με το φεγγάρι στα μαλλιά σου,
έγινες ανθόσπαρτη άνοιξη, μα εγώ φθινόπωρο χλωμό
κι έχασα τους συντρόφους μου, στην πορεία της ζωής μου,
αφού η τύχη μου έχει πλέξει πολύ παράξενο ιστό.

Απ’ της Σειρήνες το τραγούδι όμως κάποιες λέξεις τις κρατώ,
στέκομαι στη γωνιά μονάχος και σιγοτραγουδώ.

***

Όπου με πας σε πάω

Όπου με πας σε πάω,
και κρατάει ο άνεμος την κόντρα του,
όπου με κοιτάς σε κοιτάω
κι ας φεύγουν τα φύλλα των δέντρων μακριά,
γιατί όπου κρατάς κρατάω
κι αν η αυγή γεννάει το μεγάλο της φως,
η νύχτα σκεπάζει για να φανούν και τα μικρότερα.
Αν όπου πατάς πατάω,
ίσως το σύννεφο από το βάρος γίνει βροχή
και τρέξει βιαστικά στις ρίζες των δέντρων να κρυφτεί,
αν δεις περισσότερα φύλλα να φεύγουν,
είναι επειδή φυσάω,
κρατάω κόντρα το κορμί μου στη βροχή να μην βραχείς,
γιατί είμαι ο άνεμος και σ’ αγαπάω…

Μέσα στα κάτεργα των άνεργων θεών,
βρίσκεις τα όνειρα νεκρά και προδομένα

κι ο τοίχος απέναντι, καθρέφτης του μυαλού μου,
ν’ αντικατοπτρίζει τις σκιές του κόσμου αυτού,

ένα παράξενο τραγούδι που ακόμη τραγουδάμε,
κληρονομιά από λιμάνια ξένα.

Ότι πιο ευχάριστο έχω το σκοτώνουν,
με αιτιολογία τις ανάγκες του καιρού,

και γίνομαι δραπέτης στη βαβούρα της στιγμής,
γιατί η ζωή θέλει διαπραγμάτευση σκληρή
κι εξ’ ορισμού εμείς τους όρους οι φτωχοί δεν τους πληρούμε.

Κι ένα θλιμμένο πρόσωπο με κοιτάζει,
ένα άλλο πρόσωπο από πίσω διατάζει,
κλείνω τα μάτια μου, τη θέα δεν αντέχω,
το όπλο σηκώνετε…

Κι όλα αυτά ένα μίγμα από μπετόν,
το πιο σκοτωμένο αίμα της γης,
πηγμένο απ’ την αδράνεια της σκέψης

κι έτσι συνεχίζετε η αναζήτηση,
ένας αγώνας για τον προσωπικό μας ορίζοντα,
καταργώντας τις σημαίες.

Εσύ, ο παρών του υπό, η παρακαταθήκη του από,
όσο υπάρχεις, υποσχέσεις,

κι ύστερα; τι;….

τίποτα!

κι όμως τώρα.

Μία σελίδα,
(είναι ο τίτλος.)

Εισαγωγή στη φιλοσοφία του δρόμου.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s