Η Σιωπή της Σίβας, ποίηση, Ζ. Δ. Αϊναλής, εκδόσεις Βακχικόν 2016

sheba-final

Ο Ζήσης Αϊναλής, με μια δεκαετή παρουσία στα ελληνικά γράμματα, μετράει ήδη τρεις ποιητικές συλλογές, μια συλλογή με ποιητικά αφηγήματα, έχει μεταφράσει και έχει  μεταφραστεί. Από την πρώτη του κιόλας ποιητική συλλογή Ηλεκτρογραφία (Γαβριηλίδης, 2006) έθεσε κάποια βασικά ζητήματα που τον ακολουθούν έκτοτε συστηματικά και στο μετέπειτα έργο του.
    
Ένα πρώτο, κομβικής σημασίας, ζήτημα είναι ο ίδιος ο χρόνος που πολλές φορές παρουσιάζεται σαν φυλακή, σαν ένα μη βιωμένο διάστημα. Ο ποιητής τον μετράει τα βράδια κλεισμένος στο δωμάτιό του, παρακολουθώντας τις ώρες να περνούν, αργές και στείρες.
    
Η αίσθηση του εγκλωβισμού κυριαρχεί επίσης σε αρκετά ποιήματα. Η απραξία και η έλλειψη διεξόδου, καταπιέζει, τσιτώνει τα νεύρα, πιέζει για αναχωρήσεις «τις νύχτες που λείπω από τον εαυτό μου», «αλλότρια μαδώντας φτερά»,  «λαμαρίνες και λύπες ακέραιες».
    
Ενώ βλέπει και αναγνωρίζει τα γεγονότα όπως αυτά συμβαίνουν γύρω του, παρόλα αυτά ο ίδιος αισθάνεται «άπρακτος» όπως γράφει χαρακτηριστικά: «κι εγώ κάθομαι με το μαρμάρινο τούτο στα χέρια (σσ. κεφάλι), άχρηστο, άπρακτος, μη ξέροντας τι να το κάνω»
    
Μεγάλο ρόλο στη ποίηση του Αϊναλή παίζει το πάθος που σφύζει σε κάθε στίχο του σχεδόν, χωρίς κι εκείνο να μπορεί να βρει διέξοδο. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι, νομίζω, το ποίημα «Ακολουθία» από την Ηλεκτρογραφία:
Τα πιο καλά σου χρόνια πέρασαν
μέσα στην ησυχία της νύχτας
τσαλακωμένα
μ’ αυτό το περιτύλιγμα των άστρων
περιττό
μέσα σε ευπαθείς σιωπές
περήφανες
και σε αποσιωπήσεις
Στο βάθος έκαιγε η πληγή του Κυναίγειρου
Να θυμίσω εδώ πως ο Κυναίγειρος ήταν ο Αθηναίος ήρωας, αδερφός του Αισχύλου, που μετά την νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα δεν άφηνε ένα περσικό καράβι να αποπλεύσει και προσπαθούσε να το σταματήσει κρατώντας το με το ένα χέρι του. Ένας Πέρσης στρατιώτης του το έκοψε για να ελευθερώσει το καράβι, ο Κυναίγειρος όμως το έπιασε με το άλλο. Όταν του έκοψε και το άλλο χέρι, ο Κυναίγειρος προσπάθησε να συγκρατήσει το πλοίο με τα δόντια, οπότε ο Πέρσης τον αποκεφάλισε. Τέτοιο αίμα νοιώθει να τρέχει στις φλέβες του ο ποιητής. Ένα κόκκινο ποτάμι από ψυχές που ζητούν επανάσταση και αλλαγή.
    
Σε αυτή την κατάσταση προβληματίζεται για την αξία της γνώσης αντλώντας παράλληλα από τα γραπτά κείμενα που έχουν παραδοθεί από τους παλαιότερους έμπνευση για εστίες αντίστασης και αναδημιουργίας.
κι ας με προειδοποίησε
Ο μαΐστορας των επαναστάσεων
Εκείνος κοιτούσε στο μέλλον
Ο δικός μου αμφιβληστροειδής κατοπτεύει το παρελθόν
Οι δύο μαζί
ιχνογραφούσαμε παραπληρωματικά,
ένα παρών
χαλκευμένο
    
Από μια πρώτη ποιητική συλλογή με έντονη την κοινωνική κριτική και εμφανές το επικαιρικό πρόσημο, γραμμένη σε ένα πολύ προσωπικό ύφος, ο Αϊναλής περνάει με τη Σιωπή της Σίβας στην αφήγηση μιας ιστορίας που συνέβη σε έναν άλλο τόπο, αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν. Το βιβλίο που επανεκδόθηκε πρόσφατα με τίτλο Η σιωπή της Σίβας, φαινομενικά αφορά τον Σολομώντα, τον τελευταίο βασιλιά του εκλεκτού, από τον Θεό, λαό, Ισραήλ και την παράδοση της Κιβωτού της Διαθήκης -υλικό και φαντασιακό ταυτόχρονα σύμβολο της υποστασιοποιημένης γνώσης-, σ’ έναν νόθο «απόγονο», καρπό του έρωτα του με την βασίλισσα του Σαβά, τον γιο της «Σίβας», Μενελίκ.
    
Το ποίημα δεν είναι σε καμιά περίπτωση ιστορικό κι ας χρησιμοποιεί ή ανασκευάζει τα υλικά ενός συγκεκριμένου θρύλου. Κατ’ επέκταση δεν χρειάζεται να παραθέσουμε όλα τα γεγονότα που οι ιστορικό-θρησκευτικές πηγές κυρίως, αναφέρουν ότι συνέβησαν στο Βασίλειο του Σαβά και στο Βασίλειο του Ισραήλ. Αντίθετα, εκεί που αξίζει να σταθούμε είναι στον ίδιο τον μύθο που το νεότερο ποίημα ανακυκλώνει και ανασκευάζει.
    
Μετά τον θάνατο του Σολομώντα και την νόμιμη διαδοχή του από τον γιο του Ροβοάμ έρχεται η παρακμή του κράτους του Ισραήλ, ο χωρισμός σε δυο κράτη, η επικράτηση της ειδωλολατρικής θρησκείας και η κατάκτηση και λαφυραγώγηση της Ιερουσαλήμ από τους Αιγύπτιους. Η εποχή της μεγάλης νύχτας επικρατεί, όπως διαγιγνώσκει ο ουσιαστικός κληρονόμος του Σολομώντα, ο γιος της Σίβας, ο Μενελίκ.
    
Ο Σολομών, ο σοφός και πλούσιος βασιλιάς του Ισραήλ, βιώνει το δράμα χωρίς να μπορεί να το αποτρέψει. Αντιλαμβάνεται το επερχόμενο αδιέξοδο αλλά δεν κάνει τίποτα για να το εμποδίσει. Εγκαταλείπει την ευθύνη της αντιμετώπισής του στους ώμους του διαδόχου του. Η λαχτάρα του είναι ο γιος του ο αγαπητός να τα καταφέρει να πραγματώσει όλα όσα εκείνος δεν πρόλαβε. Φροντίζει να μεταβιβάσει σε αυτόν ότι πολυτιμότερο έχει και τον καλεί να κάνει το καθήκον του, όπως εκείνος, ο πατέρας, το αντιλαμβάνεται ή το εύχεται. Τον προτρέπει μάλιστα να κινηθεί γρήγορα και να ανατρέψει ότι εκείνος έφτιαξε. Ο Σολομών ξέρει ότι ο δρόμος προς το μέλλον ξεκινάει από την δική του ανατροπή από το μονάκριβο δικό του παιδί. Εκείνος πρέπει να ορίσει το μέλλον με τον δικό του τρόπο.
Τώρα   Καιρός   Του   Μισήσαι
                                                  Καιρός   Του   Πολέμου
                        Υπάρχουν πράγματα που πρέπει,
                        γιε μου,
                            θέλεις δεν θέλεις,
                        να τα πράξεις.
Ο Μενελίκ όμως εγγράφει αλλιώς την πραγματικότητα και αδυνατεί ή -ίσως- δεν επιθυμεί να ανταποκριθεί στις αξιώσεις και τις προσδοκίες του πατέρα του. Αποτυχαίνει κι αυτός με τη σειρά του και μεταθέτει τη λύση του προβλήματος γι’ αργότερα, σε κάποια απ’ τις επόμενες γενιές.
    
Η μεγάλη νύχτα έρχεται με «χρυσαυγό λευκό έως του διάφανου».
    
«Και είδα και λέω εκείν’ όπου είδα: ότι ο Ταύρος στη λίμνη του Ουρανού ν´ ανακινεί με τα κέρατα του το πανάρχαιο Χρυσαυγό. Και να αναταράσσονται της νύχτας τα ύδατα κι όπου να ξημερώνοντας ανάγκη τρεις νύχτες για τρεις ώρες πρώτη φορά μετά από τρεις φορές εκατό ζωές ανθρώπων.»
    
Η Σίβα, απρόσιτη και μυστηριακή, αποτελεί πηγή έμπνευσης τόσο για τον Σολομώντα όσο και για τον ποιητή.
    
«Εισακούσθηκαν οι προσευχές μου», λένε μ’ ένα στόμα όταν αφηγούνται ότι την συναντάνε.
«Ήρθες στολισμένη πετράδια βαρύτιμα κι αρώματα μύρα / και ξοπίσω σου το όραμα ασθμαίνοντας» αναθυμάται ο ήρωας του ποιήματος.
Εκείνη όμως παραμένει σιωπηλή. Είναι ο καταλύτης που πυροδοτεί τις συνειδησιακές αναταράξεις που βιώνει ο κεντρικός ήρωας του ποιήματος, ο Σολομών, αλλά και το ίδιο το ποίημα. Και όμως η ίδια παραμένει απ’ την αρχή, από τον τίτλο, απούσα.
    «Κι έφυγες.
    Όπως ήρθες.
    Μυστήριο μειδίαμα.»  λέει ο Σολομών.
Η Σίβα δεν είναι ποτέ εκεί, μας παρουσιάζεται μόνο μέσα από τις σκέψεις του Σολομώντα και την αγωνία του ποιητή. Υπάρχει απούσα. Κι όμως είναι η αναχώρησή της που υποχρεώνει τον ήρωα του ποιήματος να αναλάβει, με κάποιον τρόπο, δράση μόνος του.
    
«Κρέμασα την καρδιά μου σε τριακόσια δόρατα χρυσά ελατά
Να σε ξορκίσω και να σ’ εξαργυρώσω»
    
Στην προσπάθεια να βρει μια γλώσσα και μια φωνή «δεν ήμουν εγώ που μιλούσε», λέει, «και βλάστησε πόνος και αίμα και κλάμα.»
    
Σ’ έναν κόσμο άδειο, χωρίς κατοίκους και γεγονότα, αυτός που προσπαθεί να δει, αντιλαμβάνεται έναν ρου χωρίς νόημα, μια αέναη κίνηση χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Ένα παρών ακυρωμένο κι ένα μέλλον υποθηκευμένο, μια γενιά χωρίς βιώματα, «ένα ποτάμι περιστατικών» χωρίς ένα σημείο σταθερό για να πιαστείς. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της γενιάς του ποιητή που φαίνεται προορισμένη να παίξει ρόλο αναλώσιμου στην ιστορία.
    
«Αλλά ποιος είμαι εγώ όταν δεν μπορώ να σταθώ σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο και να παρατηρήσω έξωθεν τη διαδρομή;» Τα βασικά θέματα που απασχολούν την Ηλεκτρογραφία βρίσκονται  εδώ σε νέα μορφή.
    
Χρόνος ακίνητος, εγκλωβισμός, σύγχυση, προβληματισμός για την αξία της γνώσης και  επίγνωση της ιστορικής ευθύνης.
«Κι ανάβλεψα τον μέσα άνεμο
και γύρισα και είδα
πρώτη φορά σιωπή πεποίθηση
ηρεμία.»
Ο ποιητής ζητάει έμπνευση αλλά δεν παίρνει. Ο ποιητής κραυγάζει για ένα παρών δίχως περιεχόμενο.
«Κι έγινε η κραυγή συνείδηση
κι αρθρώθηκε φωνή.»
Στη Σιωπή της Σίβας εγκαταλείπεται ο πρώτος ενικός και χρησιμοποιείται ένα μυθολογικής υφής τρίτο πρόσωπο. Η γλώσσα παραμένει ποικίλη αλλά καθημερινή παρά τη μίξη με λόγιες εκφράσεις και ασυνήθιστες λέξεις, προϊόν της χρόνιας ενασχόλησης του Αϊναλή με την ιστορία και τα χριστιανικά κείμενα. Παρόντα, σε μεταγγραφή στη γλώσσα του ποιητή είναι βίοι αγίων, συναξάρια, το λειμωνάριο, ένα μεγάλο μέρος της παράδοσης της μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας.
    
Το κείμενο, έτσι κι αλλιώς, είναι ανοιχτό σε διαφορετικές οπτικές και αναλύσεις. Ανανεώνει το ποιητικό έργο του Αϊναλή μορφικά και κληρονομεί τύπους εκφράσεων που προέρχονται από παλαιότερα, ξεχασμένα σχεδόν είδη, σε μια στέρεα, ιδιαίτερη, χαρακτηριστική και πειστική αφήγηση.
    
Σαν επίλογο σε αυτό το σημείωμα θα ήθελα να χρησιμοποιήσω ένα ποίημα από την Ηλεκτρογραφία με τίτλο «Εγκαλούμενοι» που πιστεύω ότι εμπλέκεται βαθιά στην προβληματικής της Σιωπής της Σίβας, την προοιωνίζει κατά κάποιον τρόπο και δίνει ώθηση στην κατοπινή δουλειά του ποιητή. Γιατί ό,τι γράφουμε και κάνουμε έχει πολιτική χροιά αλλά στην περίπτωση του Αϊναλή η πολιτική τον ορίζει από πάνω μέχρι κάτω, βρίσκεται πίσω και μπροστά από τις λέξεις ως βαθιά αγωνία κι αδιάλειπτος προβληματισμός:
Να γινόταν να ξεφύγουμε από την άπειρη έρημο
τα χείλη μας φρυγμένα
τα πόδια μας πρησμένα
τα μάτια κόκκινα από τον άνεμο και την άμμο
μέρες και νύχτες πεζοπορίας
άσκοπη περιπλάνηση
κι ούτε μια στάλα νερό να σβήσομε τη δίψα μας
να γινόταν να ξεφύγουμε από αυτή την άνυδρο έρημο
αδύνατο
σκοντάφτοντας όλο σε σκελετούς πανάρχαιων καραβανιών
ξεχάσαμε τη ζωή μας
κατ’ απ’ τους δρόμους του ήλιου
οστά να ξασπρίζουν
περιπλανώμενοι άσκοπα
τη νύχτα ο φλέβες μας σκλήρυναν
το τελευταίο αίμα
πάγωσε
έτσι
πεθάναμε
διψασμένοι
νιώθοντας
πρώτη φορά
να βαραίνει στους ώμους μας έτσι αβάσταχτα
η ευθύνη.

Στέλιος Κραουνάκης

*Από το http://www.vakxikon.gr

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s