Γιάννης Υφαντής, Τέσσερα ποιήματα

yfant161

ΚΑΠΑ ΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΥ
 
Κ’ η τσέργα κρεμασμένη σάμπως ζώου αστρικού η δορά·
ή κάπα ενός αγγέλου που τη μέρα γίνεται φωτιές στα σιδεράδικα
του Αγρινίου και τη νύχτα στα λαγκάδια του Αρκτούρου
μ’ ένα ηλεκτρικό ραβδί ποιμαίνει
τα πνεύματα του βουνού.
 
***

ΣΟΜΠΑ
 
Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα
Κι αν είναι τενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου
Τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως
Είσαι ενσάρκωση του ’γνι και απόγονος
Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως
Είν’ η ψυχή σου από φωτιά· α, πόσο χαίρομαι
Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το
Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και
Να νοιώθω την
Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει
Τη φλόγινη γύμνια της
Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου
Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη
Την κάμαρά μου, ακόμα και
α, Σόμπα
Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου
Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω
Το κάλυμμα ετούτο του κενού· και βέβαια ’συ
Θαρρώ με νοιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα
Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά
Έχεις και ’συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις
Κι όχι μονάχα από τούτα μα κι απ’ τ’ άλλα
Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν
Επάνω στην ταράτσα μου καμώνεσαι
Πως βγάζεις μες απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα
Το νοιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για
Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους
Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α-
λαφροπατώντας με
Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα
Της ομίχλης
Στην πόλη που γίνετ’ η
Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
 Σόμπα
’σε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν
’σε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι
Της συστολής σου εκείνο το
Σιδερένιο μυρμήγκιασμα π’ όλο χάνεται,
Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος
Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.
 
***

Η ΚΙΡΚΗ
 
Σκέφτηκε πως καλό ήταν να ’βγαιν’ έξω· άνοιξε λοιπόν το ψυγείο
ξεκρέμασε τις σάρκες της, τις φόρεσε
κοιτάχτηκε λιγάκι στο φεγγάρι
που ήταν κρεμασμένο εκεί στο έβγα τα σπηλιάς
και κατηφόρισε.
-Πού πάει;
-Έρχεται να σας ρίξει βελανίδια σύντροφοι!
 
***

Ο ΒΑΘΥΣ ΚΗΠΟΣ
 
Και μου ’πε τ’’ άλογο «κατεβαίνουμε; είναι
ένας κήπος βαθύς
με πικρά φιλόξενα δέντρα» και μέσα
στο μαύρο νυσταγμένο φως
τα δέντρα χαιρέτησαν και
«είσαστε από χρόνια εδώ;» τα ρώτησα κι αυτά
«είμαστε από τότε που ο άγγελος
γλίστρησε και χυθήκαμε απ’ το τάση του»
και τα δέντρα στέναξαν κι απ’ το μαύρο
νερό
πετάχτηκ’ ένα στρουμπουλό
φεγγαρόπουλο
που ’χε χορτάσει μάγια κ’ ύπνο και
την παρουσία του αντηχώντας
μια στέρνα μπρος μου άδεια και στεγνή φωνάζει
«κάρφωσέ το
να πιούνε οι μικρές μου παπαρούνες πρι-
όνισέ το
να φάνε τα μαρμάρινα άλογά μου» και
ένα πυρρό πουλί χυμώντας -σαφτ- τρυπά
το φεγγαρόπουλο (τα δέντρα
ανατρίχιασαν σάμπως ένα
κοντάρι να τα κάρφωσε στη ρίζα τους) κι εγώ
μόλις που πρόλαβα να ιδώ τη
γαλάζια πολιτεία των φεγγαριών και
θυμήθηκα
τη σπηλιά στο βουνό όταν έρχονταν
ν’ αράξει το καράβι των
φεγγαριανών
-διαμάντι, ασήμι- και που οι ναύτες του
γελούσαν στανικά για να φωτίσουν
τη γέφυρα· κι άξαφνα
σώπασ’ ο ψίθυρος των δέντρων, ένας άγγελος
έφτασε
κι έβγαλε το πυρρό πουλί απ’ το στήθος του
και το φύτεψε κ’ είπε «εδώ
να μείνεις
να μαραίνεσαι και ν’ ανθίζεις ώσπου να
λησμονήσεις».
 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s