Georg Trakl, Ποιήματα

kartatrakl
 
Σήψη

Το βράδυ που τα σήμαντρα διαλαλούν ειρήνη
Ξωπίσω είμαι απ’ των πουλιών τα θαυμαστά φτερά,
Που όπως προσκυνητών μακριές πομπές κι ευλαβικές, σε σμήνη,
Σε πλάτη φθινοπωρινά χάνονται λαγαρά.

Συνεπαρμένος απ’ αυτά το λιόγερμα στον κήπο
Τη φωτεινότερη τη μοίρα τη δική τους νοσταλγώ
Κι ούτε που νιώθω καν το ζύγωμα του χρόνου ή δείκτη κτύπο.
Πάνω απ’ τα σύννεφα λοιπόν στις διαδρομές τ’ ακολουθώ.

Χνότο ανέμου σήψης τότε με ταράζει.
Θρηνεί ο κότσυφας μες στ’ άφυλλα κλαδιά.
Σε σκουριασμένο πλέγμα κόκκινο σταφύλι τρεμουλιάζει,

Ενώ μες στον αέρα σαν θανάσιμος  ωχρών παιδιών χορός ανθίζει
Ολόγυρα σε σκούρα στόμια πηγαδιών σαθρά
Γαλάζια μια αστρομαργαρίτα παγωμένη που λυγίζει.

***

Η φρίκη

Μ’ έβλεπα να περιπλανιέμαι σε δωμάτια έρμα.
Έσερναν σε γαλάζια βάθη χορό μανιακό τα αστέρια,
Φθάναν απ’ τα χωράφια των σκυλιών δυνατά ουρλιαχτά,
Κι άγρια με λύσσα χτύπαγε ο νοτιάς της κορφής τα κλαδιά.

Μα ξαφνικά: απόλυτη γαλήνη! Άναμμα πυρετού υπόκωφο
Αφήνει φαρμακερά λουλούδια από το στόμα μου να βγουν
Και απ’ τα κλαδιά όπως από πληγή σταλάζει
Ωχρή αχνοφεγγιά δροσιάς  που πέφτει  κι όπως αίμα στάζει.

Από το πλανερό  ενός καθρέφτη το κενό
Παίρνει ένα σχήμα κάπως και υψώνεται αργό
Το πρόσωπο του Κάιν: ερεβώδες και φρικτό!

Απ’ το παράθυρο κοιτάζει το φεγγάρι σαν στο Άδειο,
Θροΐζει ελάχιστα το βελουδένιο παραπέτο,
Μόνος με το φονιά μου είμαι εκεί και στέκω.   

***

Κατάνυξη

Ό,τι απ’ τον καιρό της νιότης μου έχει διασωθεί:
Η σιωπηλή κατάνυξη, όταν ηχούν καμπάνες,
Όταν μέσα στις εκκλησιές βραδιάζουν οι βωμοί
Και ατενίζω τις γαλάζιες τους αψίδες τις πλατιές κι ουράνιες.

Τις νότες απ’ το Όργανο εκεί τις βραδινές,
Το σβήσιμο το σκοτεινό των ήχων στις πλατείες,
Τον παφλασμό σιντριβανιών ήρεμο κι απαλό
Που ηχεί όπως παιδιών γλυκές κι άγνωρες ομιλίες.

Γαλήνιο σαν σε όνειρο με βλέπω να σταυρώνω
Τα χέρια μου και να ψελλίζω  προσευχές που έχω καιρό να πω,
Το βλέμμα απ’ την αλλοτινή βαρυθυμία ν’ αμαυρώνω.  

Τότε μέσα απ’ τη σύγχυση εικόνων απαυγάζει
Μια γυναικεία μορφή μέσα σε μαύρα πέπλα πένθους ,
Και ένα ρίγος μιαρό από κύπελλο μέσα μου να αδειάζει.   

***

Ψυχή της ζωής

Μαλακά τα φύλλα η σήψη ένα γύρω σκουραίνει,
Σε δάσος μέσα  κατοικεί η σιωπή της πλατειά.
Σαν φάντασμα θα μοιάζει ένα χωριό σε λίγο να γέρνει.
Της αδελφής το στόμα ψιθυρίζει από μαύρα κλαδιά.

Ο μόνος σύντομα θα αλλαξοδρομήσει,
Ίσως ένας βοσκός σε σκοτεινά μονοπάτια.
Σιγά  ένα ζώο από δέντρων τόξα να βγει θα τολμήσει,
Διάπλατα αντίκρυ στο Θείο ανοίγουν τα μάτια.

Αργά το ποτάμι γαλάζιο κυλά,
Διαγράφονται σύννεφων όγκοι το δείλι ΄
Η ψυχή όπως άγγελος κι εκείνη σιωπά.
Εφήμερα πλάσματα καταρρέουν σαν ύλη.  

***

Εκθαμβωτικό φθινόπωρο

Έτσι τελειώνει η χρονιά επιβλητικά
Με ολόχρυσο κρασί και με καρπούς ο κήπος.
Ολόγυρα σιωπούν τα δάση θαυμαστά
Και είναι του μοναχικού ο συνοδός και φίλος.

Είναι τότε που λέει ο αγρότης: αρκετά,
Καμπάνες σεις ηχήσετε  αργόσυρτα το δείλι,
Καλό κουράγιο δώστε μέχρι τέλους σιγανά.
Και χαιρετάνε τα πουλιά που φεύγουν σε ταξίδι.

Είναι η ώρα της αγάπης η γλυκιά.
Μέσα στη βάρκα που το γαλανό ποτάμι κατεβαίνει
Τι όμορφα που στέκουν οι εικόνες  στη σειρά  –
Κι η πλάση είναι σε σιωπή και ησυχία βυθισμένη.

Στις κόκκινες φυλλωσιές με τις κιθάρες…

Με τις κιθάρες μες στην κόκκινη τη φυλλωσιά
Τα κίτρινα μαλλιά των κοριτσιών κυματίζουν
Στο φράχτη, όπου οι ηλίανθοι ανθίζουν
Και μια χρυσή καρότσα μες στα σύννεφα πετά.

Στην ησυχία σωπαίνουν σ’ ένα ίσκιο παχύ
Εκείνοι οι γέροι αγκαλιά σα χαζοί.
Γλυκά την εσπέρα τα ορφανά τραγουδούν.
Σε κίτρινη μπόχα οι μύγες βομβούν.

Πλένουν γυναίκες στο ρυάκι ακόμα.
Τα άσπρα λινά ανεμίζουν κρεμασμένα.
Κι εκείνη η μικρή που αρέσει σε μένα
Στης μέρας έρχεται πάλι το γιόμα.

Από χλιαρό ουρανό σπουργίτια ορμούν
Σε πράσινες τρύπες γεμάτες σαπίλα να μπουν.
Τον πεινασμένο, πως θα φάει, ξεγελά η οσμή
Από μπρούσκο μπαχάρι κι η ευωδιά από ψωμί.  

***

Το βράδυ της καταιγίδας

Ω, οι ώρες του βραδιού οι πορφυρές!
Φέγγουν αχνές στο παράθυρο το ανοικτό και χορεύουν
Κληματαριάς ανάκατες  στριμμένες φυλλωσιές,
Τρομακτικά φαντάσματα  στο σπίτι εμφωλεύουν.

Σκόνη λικνίζεται στην απόπνοια του βούρκου.
Πέφτοντας τρίζει ο αέρας στα τζάμια.
Και όπως κοπάδι από άγρια άτια
Οι αστραπές διασχίζουν στριγκές συννεφιές.

Με θόρυβο σχίζεται της λίμνης ο πάγος.
Και κράζουνε γλάροι δυνατά  στο πρεβάζι
Πυρός καβαλάρης απ’ το λόφο καλπάζει
Κι αναφλέγεται πέφτοντας στο ελατοδάσος.

Οι άρρωστοι στο νοσοκομείο ουρλιάζουν.
Οι φτερούγες της νύχτας βοούν γαλανές.
Και απότομα στάλες βροχής σπίθες βγάζουν
Χτυπώντας σα θύελλα σπιτιών τις σκεπές.

***

Tα κοράκια

Πάνω απ’ τη μαύρη τη γωνιά πετώντας βιάζουν
Το μεσημέρι τα κοράκια και κράζουν ξερά.
Ο ίσκιος τους από μίας λαφίνας το πλάι περνάει ξυστά
Και άλλοτε κακόκεφα  τα βλέπει κανείς να ησυχάζουν.

Ω, πως ταράσσουν τη σιγή την  καφετιά,
Στο χωράφι σα θάμπος που απλώνει,
Όπως  γυναίκα που  βαρύ προαίσθημα πλακώνει,
Και κάποτε ακούγεται η κραξιά

Για ένα ψοφίμι που κάπου μυρίζουν,
Και ξαφνικά προς το βορρά αντιγυρίζουν
Και χάνονται ίδια με πομπή νεκρική
Μέσα σε αιθέρες  που αδηφάγα λαγνεία τους ριγεί.

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s