Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

Η Πρωία

Κάτι αναφύεται μες στη Νύχτα.
Βοηθούν και οι μηχανικές κινήσεις
των πραγμάτων στην απαρχή της ημέρας.

Στηρίζουν το δίχτυ της προσδοκώμενης ερμαφρόδιτης
ανασύστασης του πεδίου των συγκρούσεων
υπό τον ορυμαγδό της Οικουμένης.

Μια απαρχή των κραυγών και ιαχών της ημέρας
που καθορίζουν τη συνέχεια που μέλλει να λάμψει.

Από εκεί που πήγαζα-μέσα στα δένδρα των λέξεων
που αραιά ή πυκνά απλώνονταν και με σκέπαζαν-

οι σκαπανείς εκείνοι στους οποίους ανήκα υψώνονταν
ως περιστύλια και αφουγκραζόμενοι τη γύρω ραθυμία
αποφάσιζαν όπως αντιπροσωπεύσουν εαυτούς
στο νέο παιχνίδι που στηνόταν και τους περίμενε.

Θα ήσαν μόνοι τους συμπέραινα, οδυνηρά μόνοι
αλλά και ευχάριστα στην απαρχή της ημέρας.
Οι πόνοι ήσαν μέρος της ζωής τους.

Ένας ειδικός πόνος που είχε ανακύψει σε μια καταραμένη
προκυμαία, απατηλή και βρίθουσα από ανθρώπινα μειράκια,
τον είχε καταβάλλει σημαντικά.

Διαρκούσε πολύ όπως όλοι οι μεγάλοι πόνοι οι αναπάντεχοι,
οι διακατέχοντες τη ζωή μου προ αμνημονεύτων χρόνων.
Και όμως φοβόταν μήπως είχε έλθει η Τελική Κρίση.
Αγωνία μεγάλη τον καταλάμβανε.

***

Με Κομμένη την Ανάσα

Το φαρμακωμένο φίδι που βγαίνει από το στόμα μου
συνεχώς και δημιουργεί όλους αυτούς τους στίχους,
όλες αυτές τις λέξεις, τις προτάσεις τις φαρμακωμένες.

Αυτό που δεν ξέρω να κάνω μες στο Χωρόχρονο,
αυτό το μπέρδεμα του νου μου, αυτή η απελπισία
την ώρα που τα πουλιά κελαηδούν και σε τρελαίνουν.

Δεν υπάρχει τίποτα να αναζητήσω, να συμβουλευτώ,
ξαπλωμένος καθώς είμαι, καθώς δεν ξέρω τι να κάνω.

Στο βάθος του χρόνου, στο βάθος της φύσης,
στο βάθος των ήχων και της βαριεστιμάρας κι έλλειψης
ενδιαφέροντος, πηγαινοέρχομαι μες στα δώματα της λύπης.

Όλα το κενό τα καλύπτει, αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος.
Αυτή οδηγεί στο κόψιμο της αναπνοής κι αυτό είναι
το μόνο ενδιαφέρον αν θέλετε την αλήθεια.

Όλα τόσο μπερδεμένα, αφιονισμένα, σταματημένα.
Οι καθημερινές εργασίες των ανθρώπων
και οι περισπούδαστες σκέψεις των διανοουμένων
το μόνο που κάνουν είναι να συσκοτίζουν την αλήθεια.

Όλος αυτός ο θόρυβος των πληροφοριών σκοτεινιάζει το νου,
ταράζει την καρδιά, αφήνει τον εαυτό αδειανό.
Και τότε έρχεται ο πόνος αδυσώπητος
και καλύπτει το κενό μεγαλόπρεπα.

Αυτό δεν θα μπορούσα να το πω άλλοτε,
αν δεν είχα τόσο πολύ βασανιστεί τώρα τελευταία.
Αν δεν είχαν φύγει όλα όσα αγαπούσα, όσα λάτρευα.

Γυρεύω κάτι να απαλύνει τον πόνο μου μες στη ζούγκλα.
Γυρεύω κάτι που θα με πάει μακριά.
Τα αφήνω όλα πίσω μου αποφασιστικά, τελεσίδικα.

Δεν γέμιζε ο χρόνος με τίποτα σας λέω.
Μια αμαξοστοιχία λέξεων παραταγμένων στο διηνεκές.
Βυθισμένος κι εγώ εκεί κάτω, εκεί που δεν ήξερα.

Κολλημένος στο κάθισμά μου, στη γωνιά μου τη μοναδική.
Και όλα τα άλλα ανέφικτα, άσχετα, απροσδόκητα.
Δεν τα θέλησα ή μήπως τα επιθύμησα βαθύτατα;
Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν είναι σε θέση να ξέρει.

Μια φωνή που έρχεται, που έρχεται και με κυριεύει.
Αδυνατώ να ελπίσω, αδυνατώ να δω.
Μου κόβεται η αναπνοή με το παραμικρό.

Δεν μπορώ να απαρνηθώ φαίνεται κάτι παλιές τρέλες,
κάτι αθώα σκιρτήματα του νου, κάτι επαναλήψεις.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s