Όσιπ Μάντελσταμ, Η αυγή του ακμεϊσμού

8bc30a70e3c3b1db6043121f68f26c27

I.

Παρ’ όλη την συγκίνηση που νιώθουμε μπροστά στα έργα τέχνης, καλό θα ήταν οι κουβέντες για την τέχνη να γίνονται με συγκρατημένο ύφος. Για τον περισσότερο κόσμο το έργο τέχνης είναι ελκυστικό μόνο και μόνο επειδή αντανακλά την κοσμοθεωρία του καλλιτέχνη. Ωστόσο, ενώ η κοσμοθεωρία για έναν καλλιτέχνη – όπως το σφυρί στα χέρια ενός τεχνίτη – είναι και το μέσον και ο τρόπος, το μόνο πραγματικό είναι το ίδιο του το έργο.

Να υπάρχει – ιδού το ύψιστο φιλότιμο του καλλιτέχνη. Δεν θέλει άλλο παράδεισο εκτός από την ύπαρξη, και όταν του μιλάνε για πραγματικότητα, εκείνος περιορίζεται να χαμογελάει πικρά, μια και γνωρίζει μια πραγματικότητα απέραντα πιο πειστική: την τέχνη.

Το θέαμα ενός μαθηματικού που με ευκολία βρίσκει το τετράγωνο κάποιου δεκαψήφιου μας κάνει αρκετή εντύπωση. Όμως πολύ συχνά αγνοούμε πως και ο ποιητής βρίσκει την δέκατη δύναμη ενός φαινομένου, ενώ η σεμνή εμφάνιση ενός έργου τέχνης όχι σπάνια μας ξεγελά όσον αφορά στη φοβερά πυκνή πραγματικότητα που περιέχει.

Αυτή η πραγματικότητα στην ποίηση είναι ο λόγος καθ’ εαυτόν. Αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, αναπτύσσοντας τη σκέψη μου σε όσο δυνατόν πιο ακριβή και καθόλου ποιητική μορφή, χρησιμοποιώ κατ’ ουσίαν σύμβολα και όχι λέξεις. Οι κωφάλαλοι συνεννοούνται άριστα και οι σιδηροδρομικοί σηματοφόροι κάνουν την αρκετά πολύπλοκη δουλειά τους χωρίς τη βοήθεια λέξεων. Έτσι, αν εκλάβουμε το νόημα ως περιεχόμενο, τότε όλα τα υπόλοιπα τα οποία υπάρχουν σε μια λέξη μπορούν να θεωρηθούν ένα απλό μηχανικό συμπλήρωμα, που το μόνο που κάνει είναι να δυσκολεύει την γρήγορη μετάδοση της σκέψης. Σιγά σιγά ένα προς ένα τα συστατικά της λέξης χωρέσανε στην έννοια της μορφής, και μόνο το συνειδητό νόημα, ο Λόγος, μέχρι τώρα λανθασμένα και αυθαίρετα θεωρήθηκε ως περιεχόμενο.
Από αυτή την περιττή τιμή ο Λόγος έχει μόνο χάσει. Ο Λόγος διεκδικεί την ισοτιμία με τα άλλα συστατικά στοιχεία. Ο φουτουριστής, στην αδυναμία του να χειριστεί το συνειδητό νόημα ως δημιουργική ύλη, το πέταξε ελαφρά τη καρδία στη θάλασσα επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσίαν το μεγαλύτερο σφάλμα των προκατόχων του.

Για τους ακμεϊστές το συνειδητό νόημα, ο Λόγος, είναι η ίδια η ωραία φόρμα, όπως η μουσική για τους συμβολιστές. Και αν στους φουτουριστές «ο Λόγος καθ’ εαυτόν» ακόμα μπουσουλάει, στον ακμεϊσμό για πρώτη φορά σηκώνεται όρθιος και μπαίνει στη λίθινη εποχή της ύπαρξής του.

II.

Η αιχμή του ακμεϊσμού δεν είναι στιλέτο, δεν είναι κεντρί της ντεκαντάντσιας. Ο ακμεϊσμός, για εκείνους που είναι συνεπαρμένοι από το πνεύμα της δημιουργίας, δεν απαρνείται λιγόψυχα το φορτίο του αλλά το δέχεται χαρούμενα για να ξυπνήσει και να αξιοποιήσει αρχιτεκτονικά τις δυνάμεις που κοιμούνται μέσα του.

Ο αρχιτέκτονας λέει: χτίζω, άρα έχω δίκιο. Η Συνείδηση του δίκιου μας είναι εξαιρετικά πολύτιμη στην ποίηση, και, αφού απαρνηθήκαμε με περιφρόνηση  τα παιδιαρίσματα των φουτουριστών, για τους οποίους δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το να πιάνουν με τη βελόνα του πλεξίματος την κάθε δύσκολη λέξη, εισαγάγαμε την γοτθική μέθοδο στις σχέσεις των λέξεων – όπως την εδραίωσε στη μουσική ο Sebastian Bach.

Ποιος τρελός θα δεχόταν να χτίζει αν δεν πίστευε στην πραγματικότητα του υλικού, την αντίσταση του οποίου θα έπρεπε να υπερνικήσει. Η άμορφη πέτρα κάτω από τα χέρια του αρχιτέκτονα μεταμορφώνεται σε ουσία – και δεν είναι γεννημένος να χτίζει εκείνος για τον οποίον ο ήχος της σμίλης που σπάει την πέτρα δεν είναι απόδειξη μεταφυσική. Ο Βλαντιμίρ Σολοβιέφ αισθανόταν έντονο προφητικό δέος μπροστά στους άσπρους φινλανδικούς ογκόλιθους. Η βουβή ευγλωττία του γρανίτη τον συγκινούσε σαν κακή μαγεία. Όμως η πέτρα του Τιούτσεφ, που «κύλησε από το βουνό κι έμεινε στην κοιλάδα, πεσμένη από μόνη της ή σπρωγμένη από ένα σκεπτόμενο χέρι» είναι ο Λόγος. Η φωνή της ύλης σ’ αυτό το απρόσμενο πέσιμο ακούγεται σαν έναρθρος λόγος. Σ’ αυτήν την πρόκληση μπορείς να απαντήσεις μόνο με την αρχιτεκτονική. Οι ακμεϊστές σηκώνουν με ευλάβεια την μυστήρια πέτρα του Τιούτσεφ και την τοποθετούν στα θεμέλια του οικοδομήματός τους.

Η πέτρα σαν να έχει λαχταρήσει μιαν αλλιώτικη ύπαρξη. Αποκάλυψε από μόνη της την ίσως κρυμμένη μέσα της  ικανότητα της δυναμικής – σαν να ζήτησε να την τοποθετήσουν στο σταυροθόλιο του ναού για να συμμετέχει εκεί στην χαρούμενη αλληλεπίδραση των ομοίων της.

III.

Οι συμβολιστές κάθε άλλο παρά σπιτόγατοι ήταν, τους άρεσε να ταξιδεύουν, όμως δεν ένιωθαν καλά, ένιωθαν άβολα στο κλουβί του οργανισμού τους καθώς και σε εκείνο το παγκόσμιο κλουβί, που έχτισε ο Κάντ με την βοήθεια των κατηγοριών του.

Πρώτος όρος για εκείνους που θέλουν να χτίσουν με επιτυχία είναι ο ειλικρινής σεβασμός στις τρεις διαστάσεις του χώρου. Δεν πρέπει να τις βλέπουν σαν βάρος ή σαν ατυχές γεγονός, αλλά σαν ανάκτορο, δουλεμένο από τον ίδιο τον Θεό. Και πράγματι, τι θα λέγατε για έναν αχάριστο επισκέπτη, που τρώει και πίνει σε ξένο σπίτι, κάνει κατάχρηση της φιλοξενίας του οικοδεσπότη του, ενώ την ίδια στιγμή μέσα στην ψυχή του τον περιφρονεί, λογαριάζοντας συνεχώς πώς να του τη φέρει. Μπορείς να χτίσεις μόνο εν ονόματι των τριών διαστάσεων, διότι είναι ο όρος οποιασδήποτε αρχιτεκτονικής. Να γιατί ο αρχιτέκτονας πρέπει να είναι σπιτόγατος – και οι συμβολιστές ήταν κακοί αρχιτέκτονες. Να χτίζεις – σημαίνει να παλεύεις με το κενό να υπνωτίζεις τον χώρο. Το κακό βέλος του γοτθικού κωδωνοστασίου είναι ταυτόχρονα μοχθηρό, διότι όλη η έγνοια του είναι να τρυπήσει τον ουρανό, να τον μεμφθεί για το κενό του.

IV.

Η ιδιομορφία του ανθρώπου, εκείνο που τον κάνει είδος, είναι κάτι που υπονοείται από μας και ταυτόχρονα χωράει στην πολύ πιο ευρεία έννοια του οργανισμού.

Την αγάπη τους για τον οργανισμό και την οργάνωση οι ακμεϊστές την μοιράζονται με τον Μεσαίωνα και την φυσιολογική ευφυΐα του. Στο κυνήγι της εκλέπτυνσης ο 19ος αιώνας έχασε το μυστικό του αληθινά περίπλοκου. Εκείνο που τον 18ο αιώνα φαινόταν σαν λογική εξέλιξη της έννοιας του οργανισμού – ο γοτθικός ναός -, σήμερα ενεργεί αισθητικά σαν κάτι το τρομερό – η Notre Dame -, ενώ είναι πράγματι γιορτή της φυσιολογίας, η διονυσιακή της κραιπάλη. Δεν θέλουμε πια να διασκεδάζουμε με την βόλτα «στο δάσος των συμβολιστών» μια και έχουμε δάσος πιο παρθένο και πιο πυκνό: την θεία φυσιολογία, την απέραντη περιπλοκή του σκοτεινού μας οργανισμού.

Ο Μεσαίωνας ορίζοντας με τον δικό του τρόπο το ειδικό βάρος του ανθρώπου, το αναγνώρισε και το αισθανόταν για τον καθένα άσχετα από την αξία του. Ο τίτλος του «μαιτρ» εχρησιμοποιείτο πολύ πρόθυμα και χωρίς πολλές σκέψεις. Ο πιο ταπεινός βιοτέχνης, ο τελευταίος γραφιάς είχε το μυστικό της σπουδαιότητας, της ευλαβούς αξιοπρέπειας – τόσο χαρακτηριστικής γι’αυτή την εποχή. Ναι, η Ευρώπη πέρασε από το λαβύρινθο μιας διάφανης, εκλεπτυσμένης κουλτούρας, όταν την αφηρημένη ύπαρξη, την χωρίς πολλές περιπλοκές ιδιωτική ζωή, την εκτιμούσαν ως άθλο. Από κει και η αριστοκρατική οικειότητα που έδενε όλους τους ανθρώπους, τόσο αντίθετη με το πνεύμα της «ισότητας και αδελφότητας» της Μεγάλης Επανάστασης. Δεν υπήρχε ισότητα, δεν υπήρχε ανταγωνισμός, υπήρχε η συνωμοσία εκείνων που υπήρχαν εναντίον του κενού και της ανυπαρξίας.

Να αγαπάτε την ύπαρξη του αντικειμένου πάνω από το ίδιο το αντικείμενο, και την ύπαρξή σας πάνω από τον εαυτό σας – να η ύστατη εντολή του ακμεϊσμού.

V.

Α=Α : Τι ωραίο ποιητικό θέμα! Τον συμβολισμό βάραινε και βασάνιζε ο νόμος της ταυτότητας, ο ακμεϊσμός τον κάνει σύνθημά του και τον προτείνει αντί για το αμφίβολο a realibus ad realiora.

Η ικανότητα να εκπλήσσεται – είναι η μεγαλύτερη αρετή του ποιητή. Μα τότε πως μπορεί να μην εκπλήσσεται μπροστά στον ποιο καρποφόρο απ’ όλους τους νόμους – το νόμο της ταυτότητας; Όποιος συγκινείται ευλαβικά μπροστά του – είναι αναμφίβολα ποιητής. Έτσι, αναγνωρίζοντας την κυριαρχία του νόμου της ταυτότητας, η ποίηση έχει στην ισόβια κατοχή της όλα τα υπάρχοντα αντικείμενα χωρίς όρους και περιορισμούς. Η λογική είναι το βασίλειο του απροσδόκητου. Το να σκέφτεσαι λογικά σημαίνει να εκπλήσσεσαι διαρκώς. Αγαπήσαμε την μουσική των αποδείξεων. Η λογική σχέση για μας δεν είναι το τραγουδάκι «δυο πουλάκια κάθονται», αλλά συμφωνία με αρμόνιο και χορωδία, τόσο δύσκολη και εμπνευσμένη που ο διευθυντής της ορχήστρας αναγκάζεται να εντείνει όλες τις ικανότητές του για να εξουσιάζει τους μουσικούς του.

Πόσο πειστική είναι η μουσική του Bach! Τι δύναμη των αποδείξεων! Να αποδεικνύεις και να αποδεικνύεις χωρίς τελειωμό: στην τέχνη το να αποδέχεσαι κάτι καλή τη πίστει είναι ανάξιο του καλλιτέχνη, ανάλαφρο και βαρετό… Δεν πετάμε, ανεβαίνουμε μονάχα σ’ εκείνους τους πύργους που μπορούμε να χτίσουμε.

VI.

Ο Μεσαίωνας μας είναι  πολύτιμος, διότι είχε σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση των πλευρών και των χωρισμάτων. Ποτέ του δεν μπέρδευε διαφορετικές οπτικές γωνίες και το επέκεινα το αντιμετώπιζε με μεγάλη επιφυλακτικότητα. Το ευγενικό κράμα της λογικής και του μυστηρίου και η αίσθηση του κόσμου ως ζωντανής ισορροπίας μας ενώνει μ’ αυτήν την εποχή και μας παρακινεί ν’ αντλούμε δυνάμεις απ’ τα έργα που γεννήθηκαν στο ρωμανικό έδαφος γύρω στα 1200.

Ας αποδεικνύουμε το δίκαιό μας έτσι ώστε ως απάντηση να συνταράσσεται ολόκληρη η αλυσίδα των αιτιών και αιτιατών από το άλφα ως το ωμέγα, ας μάθουμε να κουβαλάμε «πιο ελαφρά και ελεύθερα τα κινητά δεσμά της ύπαρξης».

*Μετάφραση: Ευγενία Κριτσέφτσκαγια

**Από το http://milwntasgiatoxioni.wordpress.com

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s