Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, Ποιήματα

o-%ce%ba%cf%8d%ce%ba%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b1%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%b1%ce%bd%cf%8e%ce%bd_palinodiae

Vaucluse

Cercato ho sempre solitaria vita

Μοναξιά ζηλευτή ενός Πετράρχη
μές στη γαλήνια κλειστή κοιλάδα
όπου η καθάρια Sorgues γενιέται.

Εκεί το είδωλό του να ξεχάσει επιζητούσε,
εκεί τες δόξες και τιμές που τον κατέτραχαν,
εκεί τη μισητή του Avenio (*) και την αυλή τη.

Από την ποίησι, τη λήθη και τη σιωπή
τον αποσκοπούσαν μοναχά των σκυλλιών υλακές
από μακριά αναγγέλοντας τον ταχυδρόμο.

* Avenio (λατινικά = Avignon)

***

Από τους πρώτους

E pereio che egli alquanto tenea
Della opinione degli Epicuri, si diceva
Tra la gente volgare che queste sue
Speculazioni erano solo in cercare se
Trovar si potese che Iddio non fosse.
Boccaccio, giorn. Secta, nov. IX.

Καθώς που διέσχιζε τη Φλωρεντία καβαλλάρης,
περίλυπος ή μάλλον περιφρονητής,
messer Γουίδος Καβαλκάντι – ποιητής –
του Καβαλκάντε ντι Καβαλκάντι ο γυιός,
οι δεισιδαίμονες πολίτες παραμέριζαν
με κάποιο φόβο ή και σεβασμό
κρυφομιλόντας, κρυδείχνοντάς τον – και
“πως κάποιο καινούργιο επιχείρημα κατά της ύπαρξης
Θεού, θα ζήταε βέβαια (πως νάτανε να μην υπήρχε)
πιαίνοντας έτσι, πάντα μόνος, σκεπτικός”.

***

Λάουρα

Τη Λάουρα π’ αγάπησε ο Πετράρχης
αθάνατη κατέστησε μές τους αιώνες.

Σήμερα ακόμη, δειλινές κάποιες ώρες, περνόντας
από της Avignon μια παληά συνοικία,
ριγά κανείς γλυκά θωρώντας

να βγαίνει μεγαλόπρεπη από μιαν εκκλησία
λεπτή, ξανθή, γαλανομμάτα
τη Λάουρα π’ αγάπησε ο Πετράρχης.

***

Η Λάουρες και η Βεατρίκες

… Μα πρέπει να μαντεύαν
τα μέλη ιδανικού κορμιού υπό ποδήρη εσθήτα,
ειδωλολατρικό να τους οδήγα ένα ένστικτο,
γιατί ο βαθύς των έρωτας
όσο σεμνός να τους φαινόταν κι ιερός
κύριος και δεσπότης δεν ήταν της ψυχής των μόνο
μα πύρωνε κι ολόκληρη τη σάρκα των.

***

maxresdefault

Roc de Chere

Λευκό σαν αλκυών, στη γαλανή λίμνη γλυστρούσε
το βαποράκι μας, μπροστά απ’ το Βράχο των Πνιγμένω,
κι εγώ θυμήθηκα σκοπό, παληό, που μ’ αρρωστούσε
(κάποιες Σειρήνες με καλούν, ακόμα, π’ αλαργαίνω).

Αλλά σε μια πιο δυνατή, του ζέφυρου πνοή,
ν΄ απομακρύνωθέλησα τη νοσηρή μαγεία,
σαν Οδυσσέας βούλωσα τ’ ατιά μου με κερί
κι άπληστα ωσφράνθηκα μια ροδοδέντρων ευωδία.

***

Πάνω σ’ ένα αίσθημα φραγκισκανό

Ω ποια γλυκειά συγκίνησις,
όταν της “αδελφής βροχής”
και τα πουλάκια κρύβονται
και σαν ταπέτα απλώνονται

Όλες οι θλίψεις φεύγουνε
Μη νάναι δάκρυα χαράς
που ξανά με ριζώνουνε
και κάνουν κι αναβλύζουνε

ποια μέθη με κρατά
αρχίζει η μουσική
στις στέγες, στα κλαριά
φύλλα και φλοιοί πλατώνων.

σα νάσαν χελιδόνια
η στάλες της βροχής
βαθειά μέσα στη γη
παληές πηγές ζωής;

***

Βροχή

Τη στέγη δέρνει μια βροχή σα να της κουβεντιάζει,
στο παραθύρι το κλειστό χονδρές κυλούν η στάλες,
μαστιγωμένη απ’ το Βορρηά βουίζει η καπνοδόχη.

Σύννεφα μαύρα οδοιπορούν στον ουρανό τον γκρίζο
ωσάν ιππότες θλιβεροί σε κάπες τυλισμένοι,
οπού προσμένουν τα πουλιά μαντάτα να τους φέρουν.

Κλειστός μέσα στην κάμαρη, αφίνομαι σε μνήμες…
Τόρα κατάσπρων λιμανιών θυμάμαι την ασφάλεια
ενώ σφοδρά στο πέλαγος μαίνετο η καταιγίδα,

και τόρα ενός αρχοντικού, τη ζεστασιά, το πλούτος…
Ή μιας καλύβας στο βουνό, τη φτωχική συμπόνια…
τα χείλη τα πονετικά π’ από αντροπή σωπαίναν.

Θάθελα πράγματα πολλά νάλεγα αυτή την ώρα…
Νάκλαιγα και να γέλαγα… Μ’ ανήμπορος, το νιόθω,
σκύβω πάνω στο στήθος μου κι αφίνομαι στη ρέμβη

Παρίσι, Μάρτης 1927

***

Το κοιμητήρι

Ύστερη των χωριάτων κατοικία,
το κοιμητήρι, γύρω από την εκκλησία
κείται, χωρίς καμιά στο νου, έγνοια να δίνει.

Κορόνες κι αγριολούλουδα μόν το στολίζουν
κομπαστικές επιγραφές κει δεν θα βρήτε
γιατί απλοί σταθήκαν όλοι στη ζωή τους.

Γύρω του όπως πάλι, να! παντού η ζωή αργάει,
χοχλά η γης, οι κάμποι προχωράνε,
που λες και του κοιμητηριού μακρυά η ζωή δεν θάναι.

***

Από τα “Τετράστιχα της ζωής”

Θε να μπορέσω πάλε από ιλαρότη να σκιρτήσω,
Το βάλσαμο παρήγορο στη θλίψη αναζητώντας,
Μακριά ‘πτα ματαιόλογα του τιποτένιου ανθρώπου
Το Σύμπαν θα εναγκαλισθώ σε σφίξιμο τρελλό.

Φίλε, βαθιά σου πάντα ερεύνα με τη ματιά αυστηρή
Από λυγμούς και απειλές γεμάτος ο αγέρας
Των ρυακίων το νερό με δάκρυα θολωμένο
Μέσα, βαθιά σου κρύψου, ερεύνησε, μακριά ‘πτο φως.

Ανασηκώσου, ω ψυχή μου και τη θλίψη διώξε
Δε βλέπεις στον ορίζοντα τον ήλιο που ανατέλλει;
Οι αχτίνες του τα όνειρα τ΄ ανθρώπου δε χρυσόνουν…
Είνε για σε. Στις φλόγες του πέταξε να λουστής.

Την ευτυχίαν άλλοτες αν έδιωξα ‘πό μένα,
Ζωή, δεν πρέπει συ αιώνια να μνησικακής…
Ήμουν παιδί κι η γνώση βούιζε στη κεφαλή μου
Που τότε μ’ επονούσε απ’ της καρδιάς μου τα μαρτύρια.

Καιρέ, που σ’ έχασα, φυλλομετρώντας τα βιβλία,
Για να τσαλόσω την ψυχή, το πνεύμα, την καρδιά…
Κάθε πρωί και νέα αυγή έφεγγε στον ορίζοντα
Κι έσκυφτα εγώ και έλυωνα, τυφλός για τη ζωή.

Σαν αφινόμουν άλλοτες στην θλίψη μου τη μαύρη
Σ’ εσένα ενάντιος εγώ δεν ήμουν, ω Ζωή.
Την ευθυμίαν ήθελα πάλε να συναντήσω
γΓελώντας στην ακρογιαλιά για ψέλνοντας στα δάση.

Ανήμπορα, το είνε μου, να ξαναπλάστε, ω χέρια,
Γιατί η καρδιά μου τόσο λίγο φρόντισε γι’ αυτό…
Η ώρα δεν εσήμανε που τόσα μου υποσχότανε
κΚαι ωργισμλενη κ’ η Ζωή, σα θάλασσα, κυλά…

Αλεξάνδρεια

*Μετάφραση από τα γαλλικό Μ.Π. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 25 (1915) του περιοδικού “Γράμματα”.

***

Ελληνική θάλασσα

Σαν μπαίναμε με το βαπόρι μας μές στη θάλασσα
την Ελληνική,
το σώμα μου πλημμύρισεν από ρυθμούς υγείας.
Και βλέποντας φως και γαλάζι, μπροστά μου, πίσω μου,
γύρω-τριγύρω,
θάρρεψα πως, σαν άλλος Ανταίος,
άγγιζα τέλος τη γη.
Κ’ είδα το πλοίο μας, όλο κατάρτια κι όλο πανιά
και τους ταξιδιώτες μου
σαν τόσος συντρόφους του Οδυσσέως.

***

Φυγή μέσα στο χρόνο

Έφευγε πονεμένος
μές στο χρόνο
ζητώντας να κατρακυλά πάντα πιο γρήγορα
μέσα στα βάθη της αιωνιότητος.
Μια φοβερή πληγή να κλείση προσπαθούσε,
επούλωσιν απ’ τον καιρό προσμένοντας μονάχα.
Μηδέ τον θάνατο μπορούσε να επικαλεσθή.
Έφευγε πονεμένος μες στο χρόνο.
Μια τραγική φυγή, εξωφρενική.
Τις μέρες, τις στιγμές, παρακαλούσε
ν’ αφήσουν τα δαγκάματά τους στο σαρκί του,
τον φόβιζε το μέτωπό του το αρρυτίδωτο,
ζητούσε να κρυφτή, ζητούσε να χαθή
μέσα στο χρόνο, σαν σε μια νεκρού αγκάλη.
Έφευγε ταραγμένος μές στο χρόνο
απ’ τον καιρό προσμένοντας μονάχα θεραπεία,
τη λήθη επικαλούμενος, την ανοιχτέρμονη τη λήθη.
Βογγούσαν οι αγέρες, μαίνονταν οι θάλασσες,
ο ήλιος κάθε βράδυ έγερνε στη δύση του,
υπάρξεις βλέπανε το φως κι άλλες το χάνανε,
κι όμως για κείνον ήταν όλα μια παρηγορία.
Αισθανόταν το χρόνο έτσι να τού φεύγει, να γλυστρά,
ο χρόνος έφευγε τρελλά, πετούσε…

22-covers

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s