Alejandra Pizarnik, Δένδρο της Αρτέμιδος

static1-squarespace

1
Έκανα το άλμα από μένα στην αυγή.
Άφησα το σώμα μου δίπλα στο φως
και τραγούδησα τη θλίψη αυτού που γεννιέται.

2
Αυτές είναι οι εκδοχές που μας προτείνει:
μια τρύπα, έναν τοίχο που τρέμει…

3
μόνο η δίψα
η σιωπή
καμιά συνάντηση

φυλάξου από μένα αγάπη μου
φυλάξου από τη σιωπηλή στην έρημο
από την ταξιδιώτισσα με το άδειο ποτήρι
και τη σκιά της σκιάς της

4
Τώρα λοιπόν:
Ποιος θα πάψει να βυθίζει το χέρι του σε αναζήτηση
της εισφοράς για τη μικρή ξεχασμένη.
Το κρύο θα πληρώσει.Θα πληρώσει ο άνεμος.
Η βροχή θα πληρώσει. Θα πληρώσει η
βροντή.

στην Αουρόρα και το Χούλιο Κορτάσαρ

5
για μια στιγμούλα σύντομης ζωής
μοναδικής μ’ ανοιχτά μάτια
για μια στιγμούλα να δω
στον εγκέφαλο μικρά άνθη
χορεύοντας σαν λέξεις στο στόμα του κόσμου

6
εκείνη γυμνή στον παράδεισο
της μνήμης της
εκείνη αγνοεί το σκληρό πεπρωμένο
των οραμάτων της
εκείνη φοβάται να μην ξέρει να ονομάσει
αυτό που δεν υπάρχει

7
Πηδάει με το πουκάμισο στις φλόγες
από αστέρι σ’ αστέρι,
από σκιά σε σκιά.
Πεθαίνει από μακρινό θάνατο
αυτή που αγαπάει τον άνεμο.

8
Μνήμη φωτισμένη, διάδρομος όπου τεμπελιάζει
η σκιά αυτού που περιμένω. ∆εν είναι αλήθεια
πως θα έρθει. ∆εν είναι αλήθεια πως δεν θα έρθει.

9
Αυτά τα οστά λάμποντας στη νύχτα,
αυτές οι λέξεις σαν λίθοι πολύτιμοι
στο ζωντανό λαρύγγι ενός πουλιού απολιθωμένου,
αυτό το πράσινο πολύ αγαπητό,
αυτό το λιλά ζεστό,
αυτή η καρδιά η μυστηριώδης.

10
ένας άνεμος ήπιος
γεμάτος από διπλασιασμένα πρόσωπα
που αποκόβω σε μορφές αντικειμένων

11
τώρα
σ’ αυτή την αθώα ώρα
εγώ κι αυτή που υπήρξα καθόμαστε
στο κατώφλι της ματιάς μου

12
όχι πια οι γλυκιές μεταμορφώσεις
ενός κοριτσιού από μετάξι
υπνοβατικού τώρα στην κορνίζα
της καταχνιάς

το ξύπνημα του χεριού της αποπνέοντας
άνθος που ανοίγεται στον άνεμο

13
να εξηγείς με λέξεις αυτού του κόσμου
που ανοίχτηκε από μένα ένα καράβι κουβαλώντας με

14
Το ποίημα που δεν λέω,
αυτό που δεν αξίζω.
Φόβος να είμαι δύο
δρόμος του καθρέφτη:
κάποιος μέσα μου κοιμισμένος
με τρώει και με πίνει.

15
Παράξενο να ξεσυνηθίσω
από την ώρα που γεννήθηκα.
Παράξενο να μην εκτελώ πια
καθήκον της μόλις αφιχθείσης.

16
έφτιαξες το σπίτι σου
φτέρωσες τα πουλιά σου
χτύπησες τον άνεμο
με τα ίδια τα οστά σου

τέλειωσες μονάχη
αυτό που κανείς δεν άρχισε.

17
Μέρες όπου μια μακρινή λέξη αρπάζεται από μένα.
Πάω απ’ αυτές τις μέρες υπνοβατούσα
και διάφανη. Το όμορφο αυτόματο τραγουδάει, αρέσκεται,
μετράει πράγματα και περιπτώσεις: φωλιά από κλωστές
άκαμπτες
όπου χορεύω και κλαίω στις πολυάριθμές κηδείες μου.
(Αυτή είναι ο πυρπολημένος της καθρέφτης,
η αναμονή της σε κρύες πυρές,
το μυστικό στοιχείο της, η συνουσία της από ονόματα
μεγαλώνοντας μόνα στη χλομή νύχτα).

18
σαν ένα ποίημα θαμμένο
από τη σιωπή των πραγμάτων
μιλάς για να μη με δεις

19
όταν θα βλέπεις τα μάτια
που έχω στα δικά μου τατουάζ

20
λέει πως δεν ξέρει από το φόβο του θανάτου του έρωτα
λέει πως έχει φόβο του θανάτου του έρωτα
λέει πως ο έρωτας είναι θάνατος είναι φόβος
λέει πως ο θάνατος είναι φόβος είναι έρωτας
λέει πως δεν ξέρει.

στη Λόρε Μπαταγιόν

21
γεννήθηκα τόσο
και διπλά υπέφερα
στη μνήμη του εδώ κι εκεί

22
τη νύχτα

ένας καθρέφτης για την μικρή νεκρή

ένας καθρέφτης από στάχτες

23
μια ματιά από τον υπόνομο
μπορεί να είναι μια άποψη του κόσμου

η εξέγερση συνίσταται στο να κοιτάς ένα ρόδο
μέχρι να σου γίνουν σκόνη τα μάτια.

24
(ένα σχέδιο του Βολς)

αυτές οι κλωστές φυλακίζουν τις σκιές

και τις αναγκάζουν να δώσουν εξηγήσεις της σιωπής

αυτές οι κλωστές ενώνουν τη ματιά με το λυγμό

25
(έκθεση του Γκόγια)

μια τρύπα στη νύχτα
ξαφνικά διασχισμένη από έναν άγγελο

26
(ένα σχέδιο του Κλέε)

όταν το παλάτι της νύχτας
ανάβει την ομορφιά του
θα χτυπήσουμε τους καθρέφτες
μέχρι που τα πρόσωπά μας να τραγουδήσουν
σαν είδωλα

27
ένα χτύπημα της αυγής στα λουλούδια
μ’ εγκαταλείπει μεθυσμένη από τίποτα και από φως λιλά
μεθυσμένη από ακινησία και από σιγουριά

28
μακραίνεις απ’ τα ονόματα
που γνέθουν τη σιωπή των πραγμάτων

29
Εδώ ζούμε μ’ ένα χέρι στο λαρύγγι. Πως
τίποτα δεν είναι δυνατόν ήδη το ’ξέραν αυτοί που
εφεύρισκαν
βροχές και υφαίναν λέξεις στο βάσανο
της απουσίας. Γι’ αυτό στις ικεσίες τους υπήρχε
ένας ήχος από χέρια ερωτευμένα με την καταχνιά.

στον Αντρέ Πιερ Μαντιαργκέ

30
στο μυθικό
χειμώνατο μοιρολόι των φτερών στην βροχή
στη μνήμη του νερού δάχτυλα της καταχνιάς

31
Είναι ένα κλείνεις τα μάτια και ορκίζεσαι να μην τ’ ανοίξεις.
Στο μεταξύ έξω θα τρέφονται με ρολόγια και με άνθη
γεννημένα από την οξυδέρκεια. Αλλά με τα μάτια κλειστά
κi ένα βάσανο στ’ αλήθεια υπερβολικά μεγάλο
ψαύουμε τους καθρέφτες ώσπου οι ξεχασμένες
λέξεις ηχούνε μαγικά.

32
Ζώνη λοιμών όπου κοιμισμένη
τρώει αργά
την από μεσάνυχτα καρδιά της

33
κάποια φορά
κάποια φορά ίσως
θα φύγω χωρίς να μ’ αφήσω πίσω
θα φύγω όπως αυτός που φεύγει

στην Εστέρ Σίνγκερ

34
η μικρή ταξιδιώτισσα
πέθαινε εξηγώντας το θάνατό της

σοφά ζώα νοσταλγικά
επισκέπτονταν το ζεστό της σώμα

35
Ζωή, ζωή μου, αφήσου να πέσεις, αφήσου να πονέσεις, ζωή
μου, αφήσου να τιναχτείς από φωτιά, από σιωπή αφελή,
από πέτρες πράσινες στο σπίτι της νύχτας, αφήσου
να πέσεις και να πονέσεις, ζωή μου.

36
στο κλουβί του χρόνου
η κοιμισμένη κοιτάζει τα μοναχικά της μάτια

ο άνεμος της φέρνει
την λεπτή απάντηση των φύλλων

στον Αλαίν Γκλaς

37
πιο πέρα από κάθε ζώνη απαγορευμένη
υπάρχει ένας καθρέφτης για τη θλιμμένη μας διαφάνεια

38
Αυτό το άσμα το μετανοιωμένο, φύλαγε
πίσω από τα ποιήματά μου:
αυτό το άσμα με διαψεύδει, με φιμώνει.

*Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης. Εκδόσεις Ενδυμίων.

picture0003

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s