Βασίλης Βασιλειάδης, στίχοι

Πρωί
ή άναπνοή βρωμάει
καυχιέται ξενυχτισμένη ηδονή
κάθομαι στό μπαλκόνι
ανάβω τσιγάρο
ρουφάω απανωτά τό άρωμα τού καφέ
ό Αρης επαγγελματίας γοπίστας
περπατάει στό πεζοδρόμιο σκυφτός μαζεύοντας αποτσίγαρα
σηκώνει τό κεφάλι του καί μέ κοιτάζει
“Καλημέρα” μού λέει
κοντοστέκεται
μέ ξανακοιτάζει χαμογελαστός
“η καλημέρα αυτή δέν είναι τάχαμου ούτε τζουτζέδικη
έχει μπέσα
γι αυτό καί τήν έχω ακριβή
νά τό ξέρεις αυτό”
φεύγει
ποτέ δέν δέχτηκε τά τσιγάρα πού τού πρόσφερα
“ευχαριστώ αλλά δέν θά πάρω “μού έλεγε
“άν θά τά δεχτώ θά ξεχάσω τήν αιτία
καί θά χάσω τό στοίχημα μέ τήν προσπάθεια
πώς κάποια στιγμή πρέπει νά αγοράσω μόνος μου τό πακέτο,
θά μέ ξαποστείλει απολέμητο ή φιλανθρωπία σου” μουρμούριζε
“καί είναι πού τίς σιχαίνομαι τίς σκατοφιλανθρωπίες
άς το…είναι ολόκληρη στάση ζωής……..
θεωρία τής αξιοπρέπειας
έτσι τή λέω εγώ
δύσκολα πράγματα τά δικά μου “
ό Περικλής μέ τήν ακρομεγαλία του
σταματά αχαιρέτιστος
καί χωρίς καλημέρα μέ ρωτάει
“τί είναι κόκκινο καί φτύνει πριονίδια?”
δέν περιμένει νά ρωτήσω “τί?”
“’ο λύκος ντυμένος κοκκινοσκουφίτσα πού κάνει
πίπες στόν Πινόκιο” μού λέει
“www.xa.xa.xa” φωνάζει έχοντας γυρίσει τήν πλάτη του
καί ξεκαρδισμένη στά γέλια ή ανεμελιά του
απομακρύνεται κουτσαίνοντας.

Εμφανίζεται ή Μαίρη
συνήθως οί έντονοι διάλογοι μέ τό πρόσωπο
πού ή φαντασία της τό βλέπει απέναντι
μέ ξυπνούν στίς επτά τό πρωί
σήμερα άργησε μία ώρα
κομψή μέσα στό λευκό μακρύ τής φόρεμα
τό κεφάλι τυλιγμένο μέ τήν άσπρη μανδήλα
τό κόκκινο κραγιόν διπλοπερασμένο ζωγραφίζει τά χείλη της
ρουφάει τό τσιγαρίλο
σταματάει απότομα
στέκεται κοιτάζωντας κατάματα τό πρόσωπο τού άλλου
καί ό εμπρησμός τής φωνής της τού μιλάει
“Γιατί ρέ καριόλη μέ τό πουστοπουτανίστικο μυαλό σου
τσαλαπάτησες τό νόημα τής ζωής μου?
Τόν έρωτα μου γιά σένα.
Σού τά έδωσα όλα ρέ αλήτη.
Ολααα.
Ακόμη καί τό μεδούλι μου σού έδωσα.
Γιατί ρέ γαμημένε
μού έκλεψες τήν αλήθεια τού όνειρου
καί μέ άφησες μέσα στά σκατά τής πραγματικότητας?
Γιατί?”
Κοντοστέκεται
φαίνεται πώς ό άλλος τής φαντασίας της δέν μιλάει,
εκνευρίζεται ή Μαίρη με τή σιωπή του
“Σέ παραδόθηκα
θελημένα
ανυπόκριτη καί ελεύθερη
παρότι είμαι πολύ καλά ασκημένη
στά τερτίπια τής κοινωνικοποίησης,
νά στήνω παιχνίδια ίντριγκας καί υποκρισίας
καί νά διαχειρίζομαι κερδοφόρα γιά μένα τή συγκυρία,
έτσι σ΄αγαπάω”
τά συναισθήματα χαμηλώνουν τήν ένταση τή φωνή της
“κι εσύ μέ ξαπόστειλες σέ ερημιά
σ΄αυτήν εδώ
τήν χωρίς μοιρασιά
τήν αβάστακτη”

“Τό ερωτευμένο μυαλό μου
πού ανίκητο από τό ζορμπαλίκι τής αναπηρίας σου,
γιατί είναι αναπηρία ό μικρονοητισμός τού συντηρητισμού σου
τσιρκολάνε,
γελούσε ευτυχία,
όχι πές μου
πόσες φορές
γινόταν ό συντηρητισμός σου αθλιότητα
όταν εφορμούσε αφρισμένος κατεπάνω μου
γιά νά επικυρώσει τή δύναμη τής διευθυντικής του δραστηριότητας
βίαιος
ειρωνικός
καί παρόλο πατημένη καί σακατεμένη εκείνες τίς στιγμές
τό είναι μου ερωτευμένο
δάκρυζε
χωρίς νά βγάζει τσιμουδιά?
Γιατί ρέ τζουτζέ
ξεχειλισμένος από έρωτα,όπως έλεγες
στίς σπαραξοκάρδιες εξομολογήσεις σου
δέν μπόρεσες ν΄αναρωτηθείς
πώς γίνεται νά ζήσεις μιά χαρά,
μέ άλλους τρόπους,
έξω από τά κελιά τού συντηρητισμού σου
πού ό μανιακός
επέμενε νά μέ καταλαβαίνει
σάν νά είμαι εσύ,
αλλά είμαι εγώ
μικρονοητικό απόβρασμα,
είμαι εγώ
άλλη από εσένα
ερωτευμένη ώς τό μεδούλι μου
μέ εσένα
άλλά άλλη”
Η φωνή της έγινε πάλι μεταλλική
“Δέν μπόρεσες?Δέν ήθελες?

Ρέ κωλόπαιδο
κατάλαβε το επιτέλους
πώς δέν μπορούμε νά απομονώνουμε τά πράγματα
τής ζωής καί τών ανθρώπων,
παρά μόνο νά τά καταλαβαίνουμε μέσα από τήν αμοιβαία σχέση τους
καί τήν ολότητα τους.
Τί δέν καταλαβαίνεις
από αυτά πού σού εξηγώ παληοαρχίδι?
Πές μου τί?”
Ρούφηξε βαθειά τόν καπνό τού τσιγαρίλο.
Μέ μία βιαστική κίνηση
σκούπισε τά δάκρυα από τά μάτια της.
“Κουράστηκα νά σού τά λέω……
Κουράστηκα πολύ..
Είναι καιρός τώρα
πού μέσα στά σκοτάδια
τής σύγχυσης,τού άγχους,τού πανικού
ή αυτογνωσία μου σέ αναλαμπές
λαχταράει τήν επαναφορά στή φυσιολογικότητα,
νά ενσωματωθεί στό “έξω”,
νά λεηλατηθεί παραμένοντας νηφάλια
από τίς δεσμεύσεις,τίς αντιφάσεις,
τίς αυτόματες καί αυτονόητες καταστολές
ακόμη καί μαζικές παράνοιες
τής κατεστημένης λογικής,
τόν τρόπο σκέψης τής πλειοψηφίας
τής κάθε φορά πλειοψηφικής λογικής…..
επινοώ απλούς σχεδιασμούς
χωρίς νά είμαι ψευδαισθητική
ούτε τό μυαλό μου είναι χέρσο
ξέρωντας πολύ καλά
πώς τό απλό είναι καί τό πιό δύσκολο,
γιά νά έχω ξανά τόν έλεγχο τής μοίρας μου
χωρίς αυτούς εδώ τούς σπασμούς βασανιστικού πόνου
πού γεννάει χωρίς νά μέ ρωτήσει ή χημεία τού μυαλού μου,

μέ κάνει σπαράλια
ή βιωματική συνθήκη τής τρέλλας
πού μέ οδηγεί άθελα
σέ αρνήσεις τής πραγματικότητας,
σέ αδυναμία διαχείρησης της
καί τής διαχείρησης τής δικής μου σχέσης
μέ τόν χωρόχρονο της,
χωρίς ή μέ πολύ λίγα τραύματα.”
Γύρισε τό κεφάλι της πρός τό μέρος μου.
“Εδώ είσαι?”
Δέν περίμενε απάντηση.
“Ανοιξε μου
θέλω νά έρθω επάνω γιά λίγο
νά ξεκουραστώ ”
Αυτή ή γλυκειά προστακτική τής φιλίας
μέ τήν ανευλάβεια της πρός τά φρού-φρού
καί τούς κανόνες τής επικοινωνιακής γλώσσας
πού αφήνει αποσβολωμένη τήν κοινωνικότητα
νά χάσκει μέ τό στόμα ανοιχτό
μέ σήκωσε αμέσως από τήν καρέκλα,
άφησα μισάνοιχτη τή πόρτα τού σπιτιού
καί επέστρεψα στό μπαλκόνι
νά τελειώσω τόν καφέ….
Στό κεφαλόσκαλο μιλούσε δυνατά
“εμ δέν φτάνουν μόνο οί οργασμοί
γιά νά αποδειχθεί ό έρωτας,
αυτή ή μαγκιά χρειάζεται πολλά
πάρα πολλά
τά χρειάζεται όλα μαζί αυτά τά πολλά
καί ένα μόνο από τά πολλά είναι οί οργασμοί…..
δύσκολη,πολύ δύσκολη γιά νά παιχτεί ή παρτιτούρα τού έρωτα
κι ακόμη πιό δύσκολος ό συντονισμός σου στήν ορχήστρα τών δύο……”
άκουσα τίς ανάλαφρες πατημασιές της
νά πηγαίνουν στή βιβλιοθήκη,

τό αγαπημένο της δωμάτιο από τούς καιρούς τότε
πριν τήν υπονομεύσει ό μεγάλος έρωτας
καί τήν ματαιώσει……
δέν ήταν απαραίτητη ή παρουσία μου στό δωμάτιο
σχεδόν γνώριζα τί κάνει στό κάθε λεπτό τής σιωπής της,
αυτά πού έκανε πάντα,
στεκόταν μπροστά από τά ράφια τής κοινωνιολογία τής τρέλας καί τής αντιψυχιατρικής,
τά είχε διαβάσει όλα
αρκετές φορές,
τά χάιδευε μέ τά δάχτυλα της,
αγγίγματα ερωτικά,
μονολογούσε σέ τόνο χαμηλό
“κάθε φορά
τά διαβάζω μέ τρόπο διαφορετικό
καί μού αρέσει πολύ”,
ή περιέργεια της σκάλιζε τίς σχεδόν κιτρινισμένες από τόν καπνό καί τόν χρόνο σημειώσεις
από τίς νυχτερινές μου πληρωμένες βαρδιες βιοπορισμού στά ψυχιατρεία
ή στά κακόφημα ιατρικά στέκια
τούς Σταθμούς Πρώτων Βοηθειών ναρκομανών καί ψυχασθενών
καί κατέληγε στά περιοδικά λόγου καί ποίησης
πού εκδίδαμε μαζί μέ τούς ανθρώπους πού υπέφεραν από τό βάσανο
-ποτέ δέν τούς ονοματίσαμε “ασθενείς”-.
στήν προσπάθεια τής ασέβειας μας νά αναψηλαφεί διαρκώς
τούς κατεστημένους ορισμούς τής τρέλας
ακόμη καί στό ρίσκο της νά τήν ακυρώνει ώς “ασθένεια”.
Μέ φώναξε
“θέλω νά σού μιλήσω”,
παραξενεύτηκα
συνήθως καθόταν ένα μισάωρο μέ μία ώρα
χωρίς νά ανταλλάξουμε κουβέντα
άλλοτε κάπνιζε σκεφτική δύο-τρία σιγκαρίλος απανωτά
άλλες φορές διάβαζε
καί έφευγε
δίχως νά χαιρετήσει.
Βουλιαγμένη στήν κόκκινη πολυθρόνα

έσταζε κούραση καί υγρασία
είχε βγάλει τήν πουκαμίσα
ό ανεμιστήρας κοντά στά στήθια της
ή ματιά τής ρημαγμένη από τόν πόνο
επώαζε κατάθεση σημαντικότητας
μιλούσε σοβαρά καί αργά
“Αυτοί μού ζητάνε
μέ τό ξυράφι τής παραίτησης μου
νά αποδεχτώ πώς είμαι άρρωστη
“ψυχιατρικός ασθενής” τό λέει ό στιγματισμός τους
άσε νά μού τό ζητάνε οί ψυχιατριστές καί οί ψυχιατρισμοί τους,
άκου
όροι πολυκαιρισμένοι
πού προδίδουν καταγωγή γνώσης τσαρλατάνικη
ψυχίατρος
ψυχιατρική
γιατρός τής ψυχής
ιατρική τής ψυχής
αρχιδιές αδόκιμες
λείψανα μορφωμάτων δολοφονικής αλητείας
“πεταμένα” από μήτρες δυσλειτουργικές
κι ανήκεστα αρρωστημένες
αυτές
τής βίαιης θρησκειοληψίας
καί τής ηττημένης μέχρι ακύρωσης μεταφυσικής,
πώς μπορώ
νά μή θυμηθώ
τίς ελάχιστες από τίς παγκόσμια πολλές
ανθρωποφάγες αλήθειες τέτοιων -ισμών
πού μέχρι τό 1860
τούς εγκεφαλικά βασανισμένους
τούς έριχναν στά ανελέητα χέρια
παπαδαριού δολοφονικού καί σαδιστικού
καί ό αρρωστημένος φανατισμός τής χριστιανοληψίας τους
κρατώντας τους αλυσοδεμένους
στά μπουντρούμια τών άγιων μοναστηριών καί εκκλησιών

τούς τιμωρούσε
μέ βασανιστήρια απάνθρωπα
ώς αμαρτωλές,δαιμονισμένες καί αντίχριστες ψυχές,
γαμώ τίς ψυχές τους,
πώς μπορώ νά ξεχάσω
τέτοιο ψυχιατρισμό καί τέτοιους ψυχιατριστές
πού ελάχιστο ιστορικό χρόνο πρίν
από τό 1940 ώς τό 1941
συμμετείχαν μέ ενθουσιασμό καί σύσσωμοι
στήν Aktion 14
οί αλμπάνηδες
δολοφονώντας εν ψυχρώ
σέ κατάσταση απόλαυσης σαλεμένης
εβδομήντα χιλιάδες σαστισμένες ανθρώπινες ζωές
-γι αυτούς υπάνθρωποι-
καί αριθμό αμέτρητο στά άσυλα καί στά τρελλάδικα
μέ τίς μεθόδους τής πείνας,τής δίψας,
τών θανατηφόρων ενέσιμων ουσιών,
μέ τήν ετυμηγορία-γνωμάτευση τού ψυχιατρισμού
“αθέλητη απιστία πρός τίς νόρμες τής φυσιολογικότητας
καί παράλογη συμπεριφορά απέναντι στήν κατά πλειοψηφία αποδεκτή λογική”,
πώς μπορώ νά τούς εμπιστευτώ
πού μόλις τό 1960
στό ιστορικό χθές δηλαδή
ασθμαίνοντες από τό ασήκωτο βάρος τής κατακραυγής
κρατώντας ακέραια τήν νομική τους ισχύ
κατέφυγαν σέ μία άρον άρον αυτοκριτική τού εγκληματικού ψυχιατρισμού
πού τήν ονόμασαν οί ανεπίτρεπτοι”ψυχιατρική μεταρρύθμιση”
ανακαίνισαν τούς τόπους μαζικών δολοφονιών
τά τρελλοκομεία άσυλα
καί τά επωνόμασαν “ψυχιατρικά νοσοκομεία”….
αι σιχτίρ
μπορείς νά μήν τά θυμάσαι όλα αυτά?
πώς νά μήν φοβάσαι
τέτοιους ψυχιατριστές καί τέτοιους ψυχιατρισμούς

πού ή εξουσία τους ανεμπόδιστη
χαμογελώντας ή λογικόπληκτη αλαζονεία
νά “θεραπεύσει” τήν άυλη ουσία μου
τήν ψυχή μου
μέ φαρμακοχημικούς προπηλακισμούς τής ύπαρξης τού Είναι μου ?
Λοιπόν
δέν ξέρουμε ποιά ή ποιές
από τίς άπειρες παράγωγες καί κατά συνθήκη καταστάσεις τού εγκεφάλου
-πού δέν έχουν νά κάνουν μέ αυτές τίς ασυναρτησίες τής θρησκειολογίας
καί τής μεταφυσικής-,
ποιό ή πόσα από αυτά τά άπειρα αποτελέσματα καθαρής βιοχημείας τών νευρώνων
-όλα τά παραπάνω ασυνέχειες καί εκκρίματα-
είναι ή προσομοίωση τής περίφημης ψυχής τους
αυτή
ή άυλη
ή άφθαρτη
ή πνευματική
ή γαμημένη ή ψυχή τους….
Άσε
πού όταν ή ανικανότητα μου νά διαχειριστώ τόν πόνο μου,
υποτροπιάζει σέ τρέλλα,
γελάω
γελάω ξεκαρδιστικά
βλέποντας τήν έπαρση τους αυστηρή καί τιμωρητική,
σάν τή δασκάλα μου τότε,
νά χτυπάει μέ τόν χάρακα τής κατασταλτικής χημείας
τίς παλάμες τών νευρώνων μου μέχρι νά πρηστούν καί νά ματώσουν
δηλαδή μέχρι νά μέ επαναφέρει
άφωνη καί ρημαγμένη(ευνουχισμένη)
στήν απρουπόθετη αποδοχή τής πραγματικότητας
χωρίς τό μαρτύριο τής διαμαρτυρίας,
τής τρέλλας
μέσα μου…….”
Τά δακρυσμένα της βλεφαρίσματα
ανόθευτο παράπονο καί σκάνιασμα αλάλητο
“άδικά περιμένω

νά διεισδύσουν στά σκοτάδια μου
νά τήν περπατήσουν τή ροή τού χρόνου μου
μέ βηματισμό αιρετικό πρός τούς κομφορμισμούς τους,
νά ψηλαφίσουν τήν αρχή τών φορτίων τής εμπειρία μου,
τής μνήμης μου,
τών αισθημάτων,
τών σκέψεων,
τών συμπεριφορών,
νά βρούν τήν άκρη τού νήματος
τό γιατί καί τό πώς τού τρόπου τής εγκεφαλικής μου χημείας
πού τά παράγει,τά συνθέτει καί τά αποσυνθέτει
σέ αλληλοεπίδραση μέ τόν κόσμο μου καί τόν κόσμο
όλα αυτά,
τό Υπάρχω μου καί τό Είναι μου
ενιαία
Εγώ,
νά βρούν εμένα
καί νά εντοπίσουν τήν αιτία
πού μέ εξορίζει αθέλητα
από τήν κάθε φορά κατεστημένη λογική καί φυσιολογικότητα…..
αλλά αντί γι αυτό
επιδίδονται κάποιοι στυγεροί μεταπτυχιακοί
στή χημική καταστολή ή ακύρωση
τών εξωτερικευμένων συμπτωμάτων τής αιτίας
τής τρέλας μου τή συμπεριφορά,τή νόηση,τή γλώσσα…..
τό πετυχαίνουν…..
τά ακυρώνουν προσωρινά
καί τό αλαφιασμένο θηρίο μέσα μου
ναρκώνεται γιά λίγο μέ τά τερτίπια τους,
μετά….
μετά ξυπνάει
γιατί ή αιτία πού τό κρατάει ζωντανό μένει ανέγγιχτη
καί πάλι από τήν αρχή
μού προκαλεί πόνο καί βάσανο…..”
Σηκώθηκε απότομα
καί μέ κίνηση στοχευμένη πήρε από τή βιβλιοθήκη
ένα χοντρό λεξικό

”σού διαβάζω τήν ερμηνεία τής ψυχής τους
από λεξικό έγκυρο μιάς ακαδημίας αθανάτων
άκου…! γιά νά γελάσεις
μέ αυτές τίς αθάνατες ασυναρτησίες”
ρούφηξε βαθειά τόν καπνό τού σιγαρίλο
”ψυχή είναι ή ηθική καί συναισθηματική φύση τού ανθρώπου
σέ αντίθεση μέ τήν βιολογική καί διανοητική του υπόσταση”
κλείνοντας τό βιβλίο μονολόγησε
”άς αλλάξουν τουλάχιστον τό όνομα
Ιατρική τής Εγκεφαλικής Χημικής Συμπεριφοράς…
όχι….τής Εγκεφαλικής Χημικής Δυσλειτουργίας
όχι..όχι….
δυσλειτουργία, ώς λάθος ή παθολογία, απέναντι σέ ποιά σωστή
καί φυσιολογική λειτουργία?
πάλι τά ίδια
τό Παράλογο απέναντι στό Λογικό,
αφού είπαμε πώς καθορίζεται τό Λογικό,
κάθε φορά κατά πλειοψηφία καί κατά συνθήκη……
άσε…..άσε
μήπως δέν μπορεί νά είναι Λογικό
ένα κατά πλειοψηφία μαζικό Παράλογο?
δέν ζήσαμε τήν κατά πλειοψηφία Λογική ενός ολόκληρου λαού
λυσσαμένη σέ κατάσταση λογικοφρένειας
νά συμμετέχει ουρλιάζοντας χάιλ
στά εγκλήματα τού Χίτλερ?
αυτός δέν ήταν ένας μαζικός ανθρωποκτόνος Παραλογισμός
πού τότε μόστραρε σάν φυσιολογική κατεστημένη Λογική καί Συμπεριφορά?”
σκούπισε τόν ιδρώτα στόν λαιμό της μέ τήν μπλούζα
βυθίστηκε στή πολυθρόνα
ταίριαξε μέ μία γρήγορη καί διακριτική κίνηση τό σουτιέν της
“λοιπόν
μία αληθινή καί έντιμη ονομασία είναι
Γιατρός τής Εγκεφαλικής Χημικής Συμπεριφοράς
Ιατρική τής Εγκεφαλικής Χημικής Συμπεριφοράς
Ασθενής τής Εγκεφαλικής Χημικής Συμπεριφοράς

αυτό είναι,
αφού ή τρέλα είναι ένα άλλο στύλ διεργασιών τής ηλεκτροχημείας τού εγκεφάλου
πού παράγει διαφορετικών στύλ διανόηση,συναισθήματα καί βιολογία,
μιά κατρακύλα σέ κατάσταση νταντά,σουρρεαλισμού,μπίτ τής κατεστημένης λογικής μου
έτσι πρέπει νά ονοματίζουμε τά πράγματα….
αποδεσμευμένα συθέμελα από τίς ανήκουστες συσχετίσεις
μέ τήν ψυχή,τήν αυθαίρετη ασυναρτησία,
Ιατρική τής Ψυχής-Ψυχιατρική
Γιατρός τής Ψυχής-Ψυχίατρος
Ασθενής τής Ψυχής-Ψυχασθενής
αρχιδιές αμετάκλητα αρτηριοσκληρωμένες…………………………….

*Aπό τό FUCK OFF long poem σέ διαδικασία έκδοσης.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s