Σπύρος Μεϊμάρης, Διαδρομή

%ce%bf-%cf%8d%cf%80%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82

Πηγαίνω από το ένα στο άλλο.
Ολόγυρά μου φωνές πουλιών, θόρυβοι εωσφορικοί,
φόβοι εξωπραγματικοί, ιδιόρρυθμες στιγμές
που δεν κατορθώνω να δαμάσω.

Πέρα στα μεσημεριανά χωράφια ίσως υπάρχει
κάποια ελπίδα να αναθαρρέψει η καρδιά μου-
χωρίς ανθρώπινες φωνές, μονάχα η Φύση.
Πέρα εκεί κάτω που ονειρεύτηκα.

Ο Χρόνος είναι συνεργάτης μου
στη διαχείριση της Πραγματικότητας.
Οι άλλοι πεζοί δεν με αφουγκράζονται.
Ο φόβος που με καθορίζει γιγαντώνεται.

Στα μακρινά δρομάκια γεμάτα τριανταφυλλιές
οι κάργιες από πάνω, μικρό παιδί παρασυρμένο
από τη δύναμη της Ζωής υφαίνει το νήμα.

Τώρα στους αντίποδες, τα ίδια καμιόνια σκοτώνουν
τα όνειρα, η φυλή αυτή είναι καταδικασμένη,
ίσως κι εγώ μαζί της.

Τα βιβλία δεν προσθέτουν τίποτα, μια φορά κι έναν καιρό,
μια συνήθεια, μια προσκόλληση, ένα τρέμολο,
μια ανησυχία βαθιά μέσα στο Είναι-

Άδειασαν όλα κι έγιναν σαν αχιβάδες-
όλο το Παρελθόν ρουφήχτηκε, το σώμα στέγνωσε,
μια σειρά από λάθη οδυνηρά τερμάτισε τον Χρόνο.

Ξανά από την αρχή.
Όπως μεγαλώνουν τα νύχια & τα μαλλιά.
Και το κεφάλι πονεμένο διασχίζοντας
την Αγίου Μελετίου μεσημέρι καιρό με ιδρώτα.

Είχαν αφαιρεθεί όλες εκείνες οι εικόνες στον ύπνο,
ολόκληρες περίοδοι.
Και τότε άνοιξε μια δίοδος προς τον Θεό μέσα από πόνο,
μέσα από λάθη, από μετάνοια.

Φέρτε κοντά μου τα αντικείμενα
με τα χρώματα & τις μουσικές τους.
Ακούμπησε πάνω τους για λίγο και ησύχασε.
Τον είχε παρασύρει η Νύχτα του Novalis.

Μια παραφροσύνη τον είχε κυριεύσει.
Ήξερε, γνώριζε ότι δεν τον συμπαθούσαν,
γι’ αυτό ήθελε να εξαφανιστεί δια παντός.

Αποκαμωμένος ήθελε να πέσει να κοιμηθεί
αλλά μέσα του, στην καρδιά του που είχε ζωηρέψει,
ευαισθητοποιηθεί, γίνονταν διάφορες κινήσεις
που κανείς δεν καταλάβαινε.

Έπρεπε να γείρει πάνω από το Παρελθόν,
από αυτό το αρτεσιανό ρεύμα.
Έτσι πλούσιο όπως ήταν πολύ του ταίριαζε.

Ο θόρυβος ιερός από ανθρώπινες δραστηριότητες
ανέβαινε σιγά-σιγά στο κεφάλι του,
τον διέλυε σιγά-σιγά, τον έφτιαχνε
κάπως διαφορετικό μέσα στην Έρημο.

Κοντά του, σιμά του, ήταν το ροζ χέρι
που κρατώντας το στυλό έγραφε, σημείωνε.
Είχαν όλα περάσει ανεπιστρεπτί.

Τι κρίμα!
Πώς γέμιζε άραγε ο Χρόνος;
Πιο μέσα το κρεβάτι όπου κοιμόταν.

Και δεν μπορείς να συνέλθεις με τίποτα
βλέποντας τους άλλους τόσο πολύ.

Αυτό που βλέπω είναι ο πληγωμένος εαυτός,
ο κίνδυνος διάλυσης του εαυτού
ή ο διαλυμένος ήδη εαυτός.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s