“Χυμένο κόκκινο” του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου

unknown

Λες κι αυτό το χώμα δεν μπορεί
χωρίς ιδρώτα, πόνο κι αίμα
Οδός αφανισμού ονείρων [1]

Θα ξεκινήσω από το τέλος γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος να χάνουμε όλοι τον χρόνο μας: πρόκειται για μια εξαιρετική συλλογή. Από αυτές που θα ήθελα να συναντώ πιο συχνά, και μου θυμίζουν τι ακριβώς είναι αυτό που λέμε μια εύστοχη ποίηση. Στα 29 ποιήματα του Χυμένου κόκκινου, ο Γιάννης Αλεξανδρόπουλος κάνει μια επιτυχημένη προσπάθεια όχι περιγραφής, αλλά απόδοσης αυτής της πραγματικότητας που ταλανίζει όλους μας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο: υπερ-επίκαιρη θεματολογία λοιπόν, τωρινές λέξεις, χτεσινές, σημερινές κι αυριανές εικόνες, σε ένα κοκτέιλ με βασικό συστατικό τον άνθρωπο.
Αν θέλει κανείς να επικεντρωθεί περισσότερο στα τεχνικά στοιχεία, θα έλεγε ότι ο ενεστώτας της αμεσότητας και της διαρκούς πρόκλησης είναι ένα βασικό σημείο σε όλη την συλλογή, όπως επίσης και το κοινωνικοποιημένο «εμείς» σε αντιδιαστολή με το «εγώ» της ατομικότητας. Το «εσύ» του Άλλου, του έρωτα, εμφανίζεται στην πορεία της συλλογής και όχι από την αρχή, σε ένα σημείο όπου συντελείται μια εμφανής στροφή προς μια καταλυτική ανθρωποκεντρικότητα.
Ξεκάθαρη γλώσσα, κατανοητή σύνταξη, λογική και ειρμός, χειρουργική ακρίβεια στις λέξεις και τα συναισθήματα, αυτά είναι τα εκ πρώτης όψεως χαρακτηριστικά του συνόλου των ποιημάτων. Είναι μια συλλογή με συνοχή θεματική, δομική και στιλιστική, και δείχνει μια γραφή γεμάτη συναίσθημα και συγκίνηση αλλά απαλλαγμένη ταυτόχρονα από κάθε φιοριτούρα.
Ξεκίνησα με αυτούς τους στίχους επειδή είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας γραφής που πάει κατευθείαν στο στόχο, χωρίς απαραίτητα να περνάει από τη μανιέρα της «φωτογραφημένης» επικαιρότητας. Αντίθετα, ο ποιητής μπαίνει σε ένα παιχνίδι με την Ιστορία, με τις τότε έννοιες των λέξεων και τις τότε πραγματικότητες, σε μια προσπάθεια να εντάξει κάπου αυτά που συμβαίνουν μπροστά στα μάτια του, να τους δώσει ένα πλαίσιο που να τα ξεπερνάει ώστε να τα εξετάσει σε πιο ρεαλιστικές διαστάσεις.
Συνολικά οι στίχοι του Αλεξανδρόπουλου κινούνται στα νερά της πολιτικοποιημένης ποίησης, μπορεί και της στρατευμένης ακόμα, χωρίς όμως να «πνίγονται», πετυχαίνοντας να διατηρήσουν αλώβητη την συναισθηματικότητα του εύθραυστου ανθρώπινου στοιχείου.

Μια χώρα-καράβι που απομακρύνεται
ψάχνει την τύχη της σ’ άλλο γιαλό
Με μια ιδέα τυλιγμένη η γύμνια της
σπρώχνεται στο βάθος του ορίζοντα
Η πατρίδα μας
Μια χιλιοειπωμένη ιστορία ματωμένης κολώνας [2]

Από αυτό το σημείο και μετά αρχίζει να εδραιώνεται η ουμανιστική χροιά του ανθρώπινου στοιχείου στο Χυμένο κόκκινο: ο άνθρωπος εμφανίζεται ως αυτή η σταθερή αξία που κινείται εκτός χρηματοοικονομικών ορίων, όπως για παράδειγμα εδώ:

Εμείς, οι μικροί τυφώνες της ζωής
Τα χαλίκια των δευτερολέπτων σπάμε [3]

Παράλληλα με ένα παιχνίδι με τις αισθήσεις, την όραση και την αφή, χτίζεται σταδιακά η εικόνα του ανθρώπου σε αντιδιαστολή με την πραγματικότητα που τον ξεπερνάει. Το άτομο, με υπερτονισμένη την ουμανιστική του διάσταση, σκιαγραφείται αντιμέτωπο με ένα κατεστημένο που σαν να διογκώθηκε και να ξεπέρασε τα όριά του για να καταλήξει μοναδικός ρυθμιστής των πάντων. Ο δε έρωτας, ηχηρά απών στην αρχή, εμφανίζεται και εδραιώνεται στην συνέχεια σαν το θεμελιώδες στοιχείο που είναι: άγριος, αψύς και τελειωμένος.

Αναρωτιέμαι πώς να στο πω;
Ν’ ανέβω στην καρέκλα να στο φωνάξω
Αναρωτιέμαι πώς να στο πω
όταν η κλεψύδρα του χρόνου μετράει στιγμές μακριά σου
όταν ο θυμός χαστουκίζει τις μνήμες μας
Αναρωτιέμαι πώς να στο πω
όταν γρατζουνώ την όρασή μου
και σε θολό κάτοπτρο σε ψάχνω
Αναρωτιέμαι πώς να στο πω
όταν η σκέψη μου σκαλί-σκαλί ιδροκοπά για να σε συναντήσει
Αναρωτιέμαι…
Ίσως σαν τον παλιό, καλό, τον πρώτο μας καιρό
Σ’ ένα χαρτί λευκό
στίγμα το στίγμα
κουκίδα την κουκίδα
ν’ αφήσω τη λέξη μου αυτή
Μαρία σ’ αγαπώ [4]

Ο ποιητής τον παγιώνει στον χρόνο. Τον ακινητοποιεί, σχεδόν τον ταριχεύει, για να μπορεί να τον επισκέπτεται και να τον πενθεί. Αναφέρω το συγκεκριμένο ποίημα γιατί αισθάνομαι ότι αντλεί την δύναμή του από την απεικόνιση σε λέξεις αυτού που λέμε «ουρλιάζω σε κενό αέρος», έναν από τους πιο συνήθεις εφιάλτες. Τον εφιάλτη του να μην μπορεί κανείς να επικοινωνήσει τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις ανάγκες στον Άλλον, να του έχει τελειώσει ο χρόνος.
Η ποίηση του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου στο Χυμένο κόκκινο είναι το αποτύπωμα της προσπάθειας για επιβίωση, για εκείνη την συνάντηση με τον Άλλο που θα ξαναδώσει τις ευκαιρίες και θα επανενώσει τα σπασμένα κομμάτια της ζωής που είδε τις ισορροπίες της να διαλύονται στη δίνη της κρίσης. Είναι η ποίηση της «μη-παράδοσης», αλλά και της αναζήτησης της καινούριας ταυτότητας που θα εξασφαλίσει την συνέχεια, οι στίχοι του σκιαγραφούν την προσπάθεια να κοιτάξει και να κοιταχτεί τελικά ευθέως.

Κρις Λιβανίου

[1] στ. 3-5, σελ.11
[2] σελ. 16
[3] στ. 3-4, σελ. 19
[4] σελ. 21

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2016/10/blog-post_19.html

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s