Αντώνης Αντωνάκος, Οκτώ ποιήματα

11698456_1034236109955172_5398195143189514711_n

ΤΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ

κουβαλάει το μυρμήγκι μέσ’ την τρύπα του

ψίχουλα θεόρατα απ’ την αγορά των σκλάβων

τα αφεντικά κι οι πονηροί παπάδες

το βάφτισαν εργατικό μα είναι τεμπελάκος

ότι θα κλέψει είν’ γι’ αυτό τα λάφυρά του

και το τσουκάλι του δε μένει αδειανό ποτέ

γιατί γεμάτα σπόρους είναι τα χωράφια

και περπατά εδώ κάτω απ’ τον ήλιο

και περπατά στις αμμουδιές

επάνω στα ζεματιστά κορμιά

γλείφοντας την αλμύρα απ’ τα βυζιά

να νοστιμίσει αργότερα τα πλούσια φαγιά

και περπατά και χάνεται

βαθιά μέσα στη νύχτα

και τραγουδά μονάχο του

μέχρι να’ ρθεί να το συντρίψει

η αρβύλα ενός μαλάκα.

ΕΒΙΒΑ

εβίβα άξιοι δολοφόνοι

εβίβα φασίστες του ντουνιά

εβίβα εφοπλιστές βιομήχανοι ρουφιάνοι

σεις που πλουτίζετε σκοτώνοντας παιδιά

εβίβα τεχνοκράτες υπουργοί

καθάρματα ακαδημαϊκοί

χορτάτοι νταβατζήδες

στο καπιταλιστικό παχνί

εβίβα εσύ μικροαστέ

πρεζάκια καταναλωτή

που κάθεσαι μαστουρωμένος

μπροστά απ’ την τιβί

δουλεύοντας όλη τη μέρα σα σκυλί

διαβάζοντας τ’ αθλητικά

βλέποντας ματς την Κυριακή

βίβα εσύ αγρότη μερακλή

που έσφαξες τον κόκορα

και στην πρωτεύουσα έτρεξες

κι αγόρασες κελί.

ΕΙΝ’ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ

είν’ τα ποιήματα μια χειρονομία

σαν να σηκώνεις λίγο τον πέπλο απ’ τα μυστήρια

όταν η πλήξη γίνεται λεηλασία

και πρέπει να ξαναβρούμε τη γύμνια μας

όπως ο εργάτης που σπάει τις αλυσίδες του

και ρίχνεται στη θάλασσα ντάλα μεσημέρι.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ Β.Μ

Έχασα τους καλλίτερους φίλους μου

Τον Οκτώβρη του 17

Την ώρα που άστραψαν όλα τα δρεπάνια

Αποκεφαλίζοντας τα πορφυρά στάχυα της Σιβηρίας

Και μοσχοβόλησε ο αέρας πιστόλια και μαχαίρια

Κι ακουστήκανε οι ένδοξες τρουμπέτες

Κι ακούστηκε το αίμα να κυλά

Σαν λύκος μες’ τη νύχτα

Κι άρχισαν να ξεπηδούν απ’ την καινούργια μήτρα

Ο άνεμος κι η θύελλα

Γλείφοντας του κόσμου το κορμί

Αφήνοντας της ηδονής τα χνάρια πάνω του

Σπέρνοντας της εξέγερσης το πάθος

Ίδιο με το αγκάλιασμα του δρεπανιού

Ίδιο με του σφυριού τη δύναμη

Εκείνη την τραχιά κι ωραία στιγμή της πράξης.

Φεύγω λοιπόν κι εγώ όπως μου πρέπει

Νέος ακόμα στο κορμί

Με του τελευταίου μου έρωτα το δέρμα

Σαν κάποιος που έκανε το χρέος του

Φεύγω και

Χαιρετίζω τις γυναίκες

που μέλλονται να γεννηθούν

για να στοιχειώσουνε

τον ύπνο των αρσενικών.

Χαιρετίζω τις τρομοκρατικές οργανώσεις

του μέλλοντος
την κατάργηση των τάξεων, των θρησκειών,

των στρατών, των σωμάτων ασφαλείας.

Χαιρετίζω το θάνατο των εθνών.

Ω! θάψτε με

με τη γλώσσα έξω απ’ το χώμα.

ΑΧ!

Αχ! οι άνθρωποι
πράγματα αγοράζουν και ξεχνούν.

Καταναλώνουν τα σκουπίδια που παράγουν και ξεχνούν.

Ξεχνούν το σώμα του ήλιου

που σφηνώνει ανάμεσα στων δέντρων τα κλαδιά.

Ξεχνούν το πέπλο της ομίχλης

που ο άνεμος σπρώχνει απαλά
στη φωτεινή πεδιάδα.

Ξεχνούν οι άνθρωποι

τα πουλιά του πρωινού

που κελαηδούν αιώνες τώρα

κρατώντας τον αρχαίο ρυθμό.

Αχ! η ματαιοδοξία πράγματα άχρηστα

τους κάνει να αγοράζουν

πετώντας τα μέσα στο στόμα του κενού

που τους ακολουθεί,

ταΐζοντας το αχόρταγο θηρίο.

Το αβυσσαλέο στομάχι του καιρού.

Αχ! πως ξεχνούν οι άνθρωποι

τα ένδοξα γαμήσια που τους φέραν στη ζωή.

Αχ! πως ξεχνούν οι άνθρωποι

τα ένδοξα γαμήσια που τους κρατάνε στη ζωή.

Ω! έρωτα σκληρέ, τραχύ, αλλά με γεύση εξαίσια

εσύ ότι έχουμε για την αιώνια πείνα μας.

ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΔΙΨΑ ΚΟΥΒΑΛΩ

Την άγρια δίψα κουβαλώ

για τα βιβλία που δε γράφτηκαν

την άγρια καύλα

για τα κορμιά που δεν έζησαν

και κάθε τόσο κατεβαίνω στην κόλαση

μαγαρίζω το στόμα μου

με κατάρες και όρκους

γιατί η εποχή αυτή με ταράζει

με την αβρότητα του διανοητή

που την κουκούλα θέλει

να τραβήξει απ’ το παιδί

κι αντί μπροστά

απ’ τα τουφέκια αυτός να βγει ο δυνατός

αγωνιστής κι έντιμος πατριώτης

για να φυλάξει το παιδί

την αστική φυλλάδα υπηρετεί

που ένα ξεροκόμματο του δίνει για φαΐ

γνωρίζοντας καλά πως οι αστοί

τον έχουνε για εμπροσθοφυλακή.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΑΣ

Ο πόλεμος έφτασε στα σπίτια μας

φύτρωσε στη γλάστρα μας
ο πόλεμος είναι στο δρόμο μας

στο κρεβάτι μας και το καθιστικό μας

είναι στο παιχνίδι των παιδιών

στο μελάνι των ποιητών

που περιμένουνε τις μάχες

για να γράψουνε τους στίχους

ο πόλεμος μαύρος κότσυφας

του πατέρα μου η μελαγχολία στο βουνό

όπου μια τουφεκιά κάθε βράδυ περίμενε

τα τσακάλια να διώξει, όπου περίμενε

να τελειώσει ο πόλεμος στο σχολείο του

να πάει να διαβάσει τ’ αδιάβαστα βιβλία ξανά

να ξεχάσει τη μήτρα του ζώου που

γεννούσε το θάνατο τα κουφάρια τα μαύρα

που αχνίζαν στον ήλιο που διψασμένες

τα βοσκούσανε σφήκες που περίμενε να στεγνώσει

το αίμα να ζυμώσει ψωμί για το μέλλον

ΜΗ ΒΑΖΕΤΕ ΠΟΤΕ ΤΕΛΕΙΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

μη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα

να μοιάζουν με καπνισμένες κάνες

να μοιάζουν με βόμβες σε προξενεία

θεόπνευστοι έρωτες να τα ευλογούν

ο αφαλός τους να λάμπει σαν το πρώτο βιολί

να το λαχταράνε οι μύγες στα σφαγεία

να μαρσάρει σα γιαμάχα ο στίχος

σε όλες τις μαύρες γειτονιές του κόσμου

μη βάζετε ποτέ τελεία στις συγκινήσεις

κι ας μη νοιάζεται κανείς στη μαραμένη χώρα για ποιήματα

Δεκέμβρης 2008

*Από τη συλλογή “Γλυκόλογα για μολότοφ”. Η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από τη δημοσίευση του ποιήματος “Είν’ τα ποιήματα μια χειρονομία” στο ιστολόγιο Greek Poetics στο http://greekpoetics.blogspot.com.au/2015/08/blog-post_4.html

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s