Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Δύο ποιήματα

vakxikon_issue_17_rakopoulos17

ΙΩΔΙΟ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ, ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΘΛΙΨΗ
(Σονάτα)

στήν Αννα Δύω

Πατώματα ξύλινα, στρωμένα με πολιή λαδομπογιά
Ένα μέρος της ροζέτας στο ταβάνι πού ’χει πέσει Από το βομβαρδισμό
Αυτό είναι το οίκεΐο, το Βερολίνο ίσως ολόκληρο

Που κάνει πάλλευκο κρύο κι άνθρωποι αβέβαιοι τη μέρα στους δρόμους
Τή νύχτα όμως —– περιμένω στο μικροσκοπικό δωμάτιο
ή είμαι ενόνειρος, από μακριά να σε βλέπω
με γεννητικά όργανα άναστατωμένα

… θα ήθελα να ήμουν σε σένα
κάτι για σένα να έκανα
Μια εφημερίδα
με όμορφες ειδήσεις να σου αγόραζα, κάτι…

Αναμφίβολα, η μουσική που ακούγαμε υπήρξε ωραία
Ιδίως όταν πίναμε λικέρ αμυγδαλέας

Καθώς ψήνονται φαγητά — αγγλικές κρεατόπιτες
καί πολυχρονεμένα κρασιά στο τραπέζι μας
Μέ σένα, για σένα, απ’ το ανοιχτό παράθυρο, φυλλομετρώ:
Φώτα αγέρωχα, αυτοκίνητα ακίνητα, πνοές από ψυχιατρεία
«Το κοινό έτρεχε στον κινηματογράφο όλο και πιο πολύ…», θυμήθηκα
«Ολέθρια Επιρροή του τελευταίου εραστή»
που ‘γινε άστρο απολυτό στο γαλαξιακό χορό
μια νύχτα, με βεγγαλικά Πρωτοχρονιάς, στο τρυφερό Παρίσι
δίχως βοηθούς άνακριτή· γιατί άλλωστε;
αφού πάντα μιλούσαμε για τους κλιβάνους αποτέφρωσης
όπως οι γιατροί — απρόθυμοι να διενεργήσουν εξετάσεις
Τ’ αφήσαμε απαρατήρητο, αδιάφορο αν η Άννα
αρνιόταν να γευματίζει, κι εγώ άκουγα κάτι σαν ρέκβιεμ
σε ανελκυστήρα για έβδομο πάτωμα, σουίτα 1221
όπου η Anna Blume απεβίωσε στα τριάντα τρία της χρόνια
υπονομεύοντας ειδάλλως πρασινίζοντας
για χάρη της η ευκαιρία
να πρωταγωνιστήσει στο

«Ιώδιο του Δειλινού, μια στιγμιαία θλίψη».

Chamissoplatz, 1987

***

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ALEXANDRA DANN UND WANN* 1

«Αγοράζετε βενζίνη Σελλ
γράφει σπίτι του δωδέκατου τομέα
είναι η γλώσσα που μιλούν εδώ…
είναι η ποίηση που αγαπώ
που μου λέει όσα με συγκινούν
είν’ το τραγούδι των πόλεων
όπου άνθρωποι βυζαίνουν γάλα συμπυκνωμένο μάνας
που μονάχα Θεός μπορούσε να κάνει μητέρα»

Ν. Ράντος

Τελευταία εβδομάδα Μαΐου
Ξύπνησα με ήλιο βερολινέζικο
Τώρα είναι απόγευμα
Βρέχει ραδιενέργεια
και ποιος ξέρει τι άλλο
Ο καιρός είναι περίεργος
Κι εγώ
Που εδώ ποτέ δε νυστάζω
Πίνω ξανά καί ξανά
(Απ’ το κρασί Ποιας Μετάληψης;)
Καί μεθάω — Γελάω
Με την αγωνία του εξόριστου
Με όλη την καρδιά μου
Σαν εφιάλτης κύκλωπας
Με κάνει και ξυπνάω: Κι αυτός ο λαός
ήθελε
Να υποτάξει τον κόσμο
Αρνιά καλοκάγαθα
Που τους αρέσει και πίνουν

Φωτοτυπίες
Και ζωγραφισμένες σελίδες γραφομηχανής
Για ν’ άντέξεις
Την ομορφιά τόσης νεότητας
Προκλητικά που αυτοσχεδιάζει
Στο ρυθμό μιας μεγαλούπολης…
Σε σκέφτομαι πού και πού
Εσένα
Που μού ’λεγες
Πώς όλα τόσο βαρετά σε τούτη τη ζωή
και φιλολογικά ωραία στην άλλη-
Ίσως γι’ αυτό,
Πια να αισθάνομαι
Μοναχικός
Απροστάτευτος
Μ’ ένα τείχος όλοι τριγύρω μας
(Έγινε πρόσφατα και κάρτα Επετείων)
Μωρό μου να ζήσεις
Είχες τά γενέθλιά σου
Τα σύννεφα φεύγουν
Κι εσύ ναρκισσεύεσαι…

Εσύ, που εντούτοις
Ακόμα με γοητεύεις
Όπως άλλωστε
Κάθε σύγχρονο επικίνδυνο πλάσμα
Ένας κίνδυνος παραπάνω λοιπόν, είπα κάποτε
Έστω με Νάνσυ Ρήγκαν συμβιβάστηκα
Τώρα όμως το ξέρεις:
Τα ηλιοπίνοντα πεύκα κι ο χριστιανισμός
Μου σπάνε τα νεύρα…
Και θέλω μετά να έκδοθώ
Και πώς δεν έχω
Την αίσθηση τής ποίησης της αλληλογραφίας…
Αλλά υπάρχουν πράγματα
Που με στενοχωρούν ακόμα:
Η Νταϊάνα Ρος του ’80
Ή όπως ο συμπολίτης σου
Ο πίνων «τέϊον συμπαθέστατον» να εισπνέει αίφνης κοκαΐνη
«Γιά δύναμη, για χρήματα Για σεξ και ναρκωτικά»
Απαντούσες κοφτά, πουλώντας τότε δακτυλίδια-

Εν τέλει, Μωρό μου Πού και πού
Μ’ αρέσει νά βρέχει/μπίρα ας πούμε, helles, sanftmutiges* 2. Τελεία

Cafe Shell, 1987

*1 dann und wann: πού και πού
*2 helles, sanftmutiges: ξανθή, ήπια

*Από τη συλλογή “Μέθυμος λόγος”, Εκδόσεις Δρομεύς/ΝΑ’, Αθήνα 1995.

vr3043

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s