ο ψίθυρος των απόντων 

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι:
διατελώντας πλέον
ασαφείς και υδαρείς,
πώς προέβηκαν στα απονενοημένα που τους καταλογίζουμε,
με κόκκινα μάτια κι άσπρα μάγουλα,
και νύχια που συνέχιζαν να μεγαλώνουν,
εκεί που ο θάνατος στερέωνε
το χλωμό του φως
επανορίζοντας,
μια νέα ακινησία/

Ανυπεράσπιστοι, πώς
καταδικάστηκαν ερήμην τους,
κι εξακολουθητικά,
να διαβάζουν τα λόγια τους μες στο στόμα μας,
προς χάριν αστεϊσμών
ή διδαχής,
είτε μομφής,
είτε νουθεσίας/

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι,
και την επίμονή τους δυσαρέσκεια,
όσο η νύχτα τους σκεπάζει:
πόσο πιο μαλακοί οι ίσκιοι της, από τα θορυβώδη οστά τους/
τα κρύα χέρια τους
στη δική τους κάμαρη,
είτε σε θαλάμους μεσοπολεμικών “εξωτικών” νοσοκομείων,
τα μάτια τους που
ανθίζουν πάνω μου,
κάθε που αποβαρύνομαι
στα χωμάτινα κάτοπτρα της ματαιοδοξίας/

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι
και την αδρανοποιημένη ανάσα τους,
πίσω από το αυτί μου/
τις γρατσουνιές στο μπράτσο μου,
μια Κυριακή με αυγινή σελήνη,
σε τούτο το…

View original post 47 more words

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s