Stephen Crane, The black riders and other lines [1] / Μαύροι καβαλάρηδες και άλλοι στίχοι (απόσπασμα)

crane_black-riders

I
Black riders came from the sea.
There was clang and clang of spear and shield,
And clash and clash of hoof and heel,
Wild shouts and the wave of hair
In the rush upon the wind:
Thus the ride of sin.

I
Μαύροι καβαλάρηδες ήρθαν από τη θάλασσα. [2]
Κι ασπίδων και δοράτων συγκλονισμός,
και καλπασμών αναβρασμός και ποδοβολητών·
άγριες κραυγές, παραδαρμός
λυτών μαλλιών στον άνεμο:
προελαύνει η αμαρτία.

II
Three little birds in a row
Sat musing.
A man passed near that place.
Then did the little birds nudge each other.
They said, «He thinks he can sing».
They threw back their heads to laugh.
With quaint countenances
They regarded him.
They were very curious,
Those three little birds in a row.

II
Τρία πουλάκια στη σειρά
κάθονταν και στοχάζονταν.
Πέρασε κάποιος από εκεί
και τα πουλιά σκουντήθηκαν.
«Αυτός νομίζει πως μπορεί να κελαηδήσει», κάγχασαν
και του έριξαν
παράξενες ματιές.
Ήταν σπουδαία ετούτα τα πουλιά,
τρία πουλάκια καθισμένα στη σειρά.

III
In the desert
I saw a creature, naked, bestial,
who, squatting upon the ground,
Held his heart in his hands,
And ate of it.
I said, «Is it good, friend?»
«It is bitter bitter», he answered; «But I like it
Because it is bitter,
And because it is my heart».

III
Είδα στην έρημο ένα πλάσμα
γυμνό, αποκτηνωμένο.
Καθότανε κατάχαμα, κρατούσε
στα χέρια την καρδιά του
κι έτρωγε με λαχτάρα.
«Είναι καλή;» τον ρώτησα.
«Είναι πικρή, κατάπικρη»
απάντησε· «όμως μου αρέσει,
γιατί είναι πικρή
και γιατί είναι η καρδιά μου».

IV
Yes, I have a thousand tongues,
And nine and ninety‐nine lie.
Though I strive to use the one,
It will make no melody at my will,
But is dead in my mouth.

IV
Ναι, έχω χίλιες γλώσσες
κι οι εννιακόσιες ενενήντα εννιά λένε ψέματα.
Όταν προσπαθώ να χρησιμοποιήσω τη μία που απομένει,
δεν τραγουδά όπως θέλω·
μέσα στο στόμα μου είναι νεκρή.

V
Once there came a man
Who said,
«Range me all men of the world in rows».
And instantly
There was terrific clamour among the people
Against being ranged in rows.
There was a loud quarrel, world‐wide.
It endured for ages;
And blood was shed
By those who would not stand in rows,
And by those who pined to stand in rows.
Eventually, the man went to death, weeping.
And those who staid in bloody scuffle
Knew not the great simplicity.

V
Ήρθε ένας άνθρωπος και είπε:
«Για μπείτε οι άνθρωποι της γης
καθένας στη σειρά του».
Πάραυτα σηκώθηκε βοή
κι αντάρα τρομερή μες στους ανθρώπους —
να μπούνε στη σειρά ή να μην μπούνε;
Κι αρπάχτηκαν οι άνθρωποι του κόσμου μεταξύ τους,
και μάχονταν αιώνες και χυνόταν
το αίμα εκείνων
που δεν ήθελαν να μπούνε στη σειρά
κι εκείνων που ποθούσαν να μπούνε στη σειρά.
Στο τέλος, πέθανε απ’ τη θλίψη του ο άνθρωπος.
Κι αυτοί που μπήκαν στο μεγάλο μακελειό,
δεν γνώρισαν ποτέ το μεγαλείο του απλού.

VI
God fashioned the ship of the world carefully.
With the infinite skill of an All‐Master
Made He the hull and the sails,
Held He the rudder
Ready for adjustment.
Erect stood He, scanning His work proudly.
Then —at fateful time— a wrong called,
And God turned, heeding.
Lo, the ship, at this opportunity,
slipped slyly,
Making cunning noiseless travel down the ways.
So that, forever rudderless, it went upon the seas
Going ridiculous voyages,
Making quaint progress,
Turning as with serious purpose
Before stupid winds.
And there were many in the sky
Who laughed at this thing.

VI
Έφτιαξε με προσοχή ο Θεός του κόσμου το καράβι.
Με μαστοριά μεγάλη του Ποιητή των Πάντων
έφτιαξε το σκαρί και τα κατάρτια,
κι ετοίμασε τιμόνι
ακριβοδίκαιο. Το άδραξε
και στάθηκε και κοίταξε περήφανος το έργο του.
Και πάνω εκεί —την κρίσιμη στιγμή— κάτι στραβό
προέκυψε και γύρισε να δει τι τρέχει ο Θεός.
Και να που το καράβι, βρήκε την ευκαιρία
και γλίστρησε κρυφά,
κι άνοιξε δόλια, αθόρυβα τον δρόμο του
κι ανοίχτηκε ακυβέρνητο στις θάλασσες
κι άρχισε καταγέλαστα ταξίδια,
χαράζοντας αλλόκοτες πορείες,
ξεφεύγοντας τάχα σοφά
τους ανόητους ανέμους.
Κι ήταν πολλοί εκείνοι
στον ουρανό, που γέλασαν πολύ.

VII
Mystic shadow, bending near me,
Who art thou? Whence come ye?
And —tell me— is it fair
Or is the truth bitter as eaten fire?
Tell me!
Fear not that I should quaver.
For I dare — I dare.
Then, tell me!

VII
Σκιά μυσταγωγική, που γέρνεις πάνω μου, ποιος είσαι;
Από πού έρχεσαι;
Και —πες μου— είναι καλή
η αλήθεια ή καίει σαν φωτιά;
Πες μου!
Μη φοβάσαι, δεν φοβάμαι.
Θα τολμήσω, θα τολμήσω.
Μίλα, λοιπόν!

VIII
I looked here;
I looked there;
Nowhere could I see my love.
And —this time—
She was in my heart.
Truly, then, I have no παράπονο,
For though she be fair and fairer,
She is none so fair as she In my heart.

VIII
Κοίταξα εδώ·
κοίταξα εκεί·
η αγάπη μου δεν ήταν πουθενά.
Γιατί εκείνη τη στιγμή
ήταν στην καρδιά μου.
Λοιπόν, πραγματικά, παράπονο δεν έχω·
γιατί είναι όμορφη, πανέμορφη, αλλά
ποτέ τόσο όσο στην καρδιά μου.

IX
I stood upon a high place,
And saw, below, many devils Running, leaping,
and carousing in sin.
One looked up, grinning,
And said, «Comrade! Brother!»

IX
Στάθηκα σε μέρος ψηλό
και είδα κάτω δαίμονες πολλούς
να τρέχουν, να πηδούν
και να γλεντάνε αναίσχυντα.
Σήκωσε ένας το κεφάλι,
και μόρφασε και είπε: «Σύντροφε! Αδελφέ!»

X
Should the wide world roll away,
Leaving black terror,
Limitless night,
Nor God, nor man, nor place to stand
Would be to me essential,
If thou and thy white arms were there,
And the fall to doom a long way.

X
Αν κυλούσε ο κόσμος όλος στο χάος,
αφήνοντας πίσω του σκοτάδι φρικτό,
ατέλειωτη νύχτα,
ούτε Θεός, ούτε άνθρωπος, ούτε τόπος να σταθείς
θα είχαν για μένα σημασία,
αν ήσουν εκεί εσύ και τα λευκά σου χέρια
κι ο δρόμος του αφανισμού μακρύς, πολύ μακρύς.

XI
In a lonely place,
I encountered a sage
Who sat, all still,
Regarding a newspaper.
He accosted me:
«Sir, what is this?»
Then I saw that I was greater,
Aye, greater than this sage.
I answered him at once,
«Old, old man, it is the wisdom of the age».
The sage looked upon me with admiration.

XI
Σε τόπο ερημικό
συνάντησα έναν σοφό
που καθόταν ασάλευτος
και περιεργαζόταν μιαν εφημερίδα.
Με διπλάρωσε:
«Κύριε, τι είναι αυτό;»
Τότε διαπίστωσα πως ήμουν πιο σοφός
—ναι!— από κείνον τον σοφό.
Του απάντησα αμέσως:
«Σοφέ, σοφέ μου γέροντα, είναι η σοφία της εποχής».
Με κοίταξε ο σοφός με θαυμασμό.

*Από το βιβλίο “ΜΑΥΡΟΙ ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΣΤΙΧΟΙ / THE BLACK RIDERS AND OTHER LINES”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα.

PG8960

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s