Χριστόφορος Μπότσης, Τρια ποιήματα

chrisbotsis

ΣΦΙΧΤΟ ΜΑΝΙΚΙ

Είχα ένα όνειρο τις προάλλες,
ήμουνα λέει ένας γυμνοσάλιαγκας, η κάποιο είδος
μαλάκιου τελοσπάντων.
Και δεν υπήρχα ακριβώς, τουλάχιστον
δεν υπήρχε η έννοια του “εγώ είμαι ζωντανός και
παρών”, και απλώς γλιστρούσα
από ΄δω και από ΄κει, ένας κόσμος χωρίς τριβή, και
τα πάντα μπαινόβγαιναν
μεταξύ τους, δεν υπήρχαν διαφοροποιήσεις,
όλα ήταν ένα και ένα ήταν όλα. Ξαφνικά όμως,
με τύλιξε μια βαριά
κουβέρτα φτιαγμένη από γνώριμο κρέας, με κόκαλα
και φλέβες και κλειδώσεις,
και με είχε σα μια λουκανικόπιτα, η οποία
σιγά σιγά με απέβαλε, όπως το σκατό αποβάλλεται από
το σφιχτό μοβ
μανίκι το πρωκτού, και με τράβηξαν
και με σήκωσαν από τα ψωριασμένα μου πόδια, μου έχωσαν
δυο, τρεις χαστούκες
και φώναξαν: “Ένα αγόρι! Ένα αγόρι!”
Και εγώ γκάριζα μια αιωνόβια κραυγή, πραγματικά, δεν ήμουν
τίποτ΄ άλλο από ένα ορθάνοιχτο
στόμα, με ωμά ούλα και ρυτιδιασμένο
δέρμα από φλούδα πατάτας. Και όλοι φώναζαν οργιαστικά:
“Να ο κανακάρης μας!
Να ΄το το αγόρι!” Και ΄γω, με όλο μου
το είναι κατασταλαγμένο σ΄αυτήν την κραυγή, τους απαντούσα:
“Είμαι ένα τίποτα, είμαι ένα τίποτα!”
“Ένα αγόρι, ένα αγόρι! Να ΄το το αγόρι μας! Να ΄το! Να ΄το!
“ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ!
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ!”

***

ΚΑΡΝΑΤΑΚΑ

Μια φορά,
ήμουν εθελοντής στην Ινδία,
και ζούσαμε, εγώ και οι σύντροφοί μου, σε απαδασωμένες εκτάσεις,
με άστεγους γηγενείς πληθυσμούς,
και όλοι έμεναν “προσωρινά” σε χαμηλά προκάτ,
και δε τους βλέπαμε ποτέ έξω,
μόνο καταλαβαίναμε πως υπήρχανε
από τα μαύρα ματάκια τους που μας κατασκόπευαν
απ΄ τις εισόδους
και δεν υπήρχε ήλιος, μόνο ένας απέραντος καταγάλανος ουρανός
που ήταν αυτούσια φωτισμένος.
Τότε, όταν πήγα ως εθελοντής,
και σκάβαμε τρύπες στα ρυτιδιασμένα χωράφια της Καρνάτακα,
με το φράγμα αχρηστευμένο πια
χωρίς τίποτα υγρό να περικυκλώνει την τσιμεντένια αγκαλιά του,
και τις αλογόμυγες και τις ψείρες
ψόφιες παντού στα ραγίσματα της αποξεραμένης λάσπης,
είχαν έρθει να μας βοηθήσουν
κατηχητικά τάγματα
εφήβων, υποψήφιοι διαπραγματευτές τρομοκρατικών ομίλων,
που μίλαγαν πιο δυνατά απ΄όσο θα΄πρεπε
σε στάσεις του λεωφορείου,
και ενάρετων χελονολόγων
που έσπευαν να προλάβουν
το νευρωτικό σαλτάρισμα της διδακτέας τους ύλης,
και μας βοήθαγαν να σκάψουμε τρύπες,
αμβλύνοντας τις εθελοντικές μας τσουγκράνες
και ξεθάβοντας γόπες, πάμπερς, σερβιέτες
και άδεια μπουκάλια κουμκουάτ,
και είχαμε σκάψει μια τρύπα,
πέντε μέτρα βάθος,
βάλαμε πάνω σ΄αυτήν δύο μεγάλα σανίδια,
βάλαμε γύρω ένα ψηλό, συνθετικό παραβάν,
και φτιάξαμε μια βαθιά τουαλέτα για να χέζουμε.
Και πηγαίναμε όλοι σ΄αυτήν την τρύπα και χέζαμε,
και μέσα σε μια ΄βδομάδα η τρύπα είχε σχεδόν γεμίσει,
και όλα μας τα σκατά και τα κάτουρα
γουργούριζαν με κοχλασμούς, ενωμένα μέσα σ΄αυτήν την σούπα.
Και να σας πω, και μην γελάσετε,
τί απόλαυση που ήταν, να χέζω σ΄αυτήν την τρύπα
στην οποία οι συνάνθρωποι μου, οι σύντροφοι,
έχεζαν,
και πόσο μεγαλύτερη απόλαυση,
όταν συνειδητοποίησα,
πως ο καθένας από ΄μας, όταν έχεζε,
κοίταζε πέρα, πάνω απ΄το τετράγωνο περίγραμμα του παραβάν
και κοίταζε το ίδιο καταφωτισμένο τετραγωνάκι ουρανού.
Τι υπέροχο που όλοι μας μοιραζόμασταν εκείνο το κομμάτι ουρανού
ενώ χέζαμε, το οποίο άνηκε μόνο σε ΄μας.
Αυτό το επιφανειακά μονόχρωμο και επίπεδο κομμάτι
έκρυβε μέσα του
το απέραντο βάθος του σύμπαντος,
ένα γαλάζιο που βαθαίνει και απομακρύνεται από ΄μας
χωρίς σταματημό.
Κάθε φορά που έχεζα σ΄αυτήν την τρύπα,
κοίταζα τον ουρανό
και ενώ άφηνα το σώμα μου και ταξίδευα απείρως μπροστά,
ταυτόχρονα ξεγλίστραγα από πίσω και ενωνόμουν
με την γη και τους συντρόφους μου.
 
***

ΝΤΟΜΑΤΕΣ

Κάθε μέρα, καθαρίζω ντομάτες.
Επαναληπτικά και σταθερά, καθαρίζω ντομάτες.
Μια λεπτή στρώση αγνού δέρματος έχουν, που την τραβάω
διστακτικά, και έπειτα με πολύ φόρα, ώσπου να διαλυθούν οι θλιβεροί
κόμποι των λέξεων τους. Κάθε μέρα ξεφλουδίζω ντομάτες. Είναι σε απόψυξη
οι καημένες, έχουν βγάλει όγκους στα βυζάκια τους.
Τις προάλλες ήμουν σε μια καφετέρια στο Χαλάνδρι,
με κάποια διακεκομμένη φίλη που την ξεφύλλισα κατά λάθος
σε μια χρεοκοπημένη μπουτίκ στον πεζόδρομο εδώ, πιο πέρα, και ενώ
παρεστιγμένα συζητούσαμε, μας ένιωθα να εξατμιζόμαστε, να εξατμιζόμαστε…
Μα πάνω απ ́ όλα να φοβόμαστε. Οπότε αποφύγαμε τα βαριά, και πιάσαμε το τέσσερα
σαράντα- επτά.
Κάθε μέρα, μα κάθε μέρα, καθαρίζω ντομάτες.
Την έχω βγάλει με μακαρονάδες. Επαναληπτικά, ξεφλουδίζω,
με το μαχαίρι ξεφλουδίζω τις κονσέρβες. Εκείνη η διακεκομμένη κίνηση
με το μαχαιράκι, εκείνο το όνειρο της παρεστιγμένης φίλης, στο οποίο αυτή και
οι ντομάτες είχαν το ίδιο σώμα, από μάρμαρο και χλωρίνη, και ξαφνικά έκανε εμετό
και απέβαλε τις ντομάτες. Αλλά αυτές,
άφησαν μέσα της τους όγκους τους. Και αυτή
κουλουριάστηκε σε μια τσίγκινη κατσαρόλα, σωριάστηκε σαν
θεατρίνα πάπια που αναπαριστά κύκνεια άσματα, και έκλαψε ρινίσματα
σιδήρου. Οι ντομάτες με το ένα, κοινό τους στόμα, στραπατσαρισμένο με θεόστραβη
ουλίτιδα, γέλαγαν και κορόιδευαν, σαν μαλακισμένα έκαναν. Αλλά εγώ ξέρω πως
οι ντομάτες αυτές έχουν και ένα
δεύτερο, μυστικό, στόμα, κρυμμένο βαθιά μέσα στα
πούπουλα τους. Ένα μυστικό, τρυφερό στοματάκι, τόσο τρυφερό
που κόβεται με την καρδιά ενός μαρουλιού, που μόνο εγώ γνωρίζω πως
υπάρχει, και μόνο εγώ φιλάω. Οι ντομάτες αυτές με κοιτάνε επικριτικά γιατί έχουν
σιχαθεί τις ερωτήσεις που κάνω, και έχουν
βαρεθεί να μου μιλάνε. Δε με θέλουν πια στη παρέα τους,
δε θέλουν να λερώνουν τα χέρια μου άλλο με τα ζουμιά τους. Μερικές
φορές όμως, αν κάτσω και τις ψηλαφίσω πολλή ώρα, και έτσι, τις πείσω, με
αφήνουν μέσα τους, και μπαίνω ολόκληρος μέσα τους, δάχτυλα πρώτα, μετά το κεφάλι,
τον κορμό, με αφήνουν να μπω μέσα τους
και να τις φορέσω, να πατάω τα στομάχια τους, να τις φέρνω καούρες
να καίγονται οι φωνητικές τους χορδές και να μη μπορούν να μου φέρουν αντίρρηση –
Κάθε μέρα καθαρίζω ντομάτες, κάθε μέρα καθαρίζω ντομάτες…
 
*Ο Χριστόφορος μεγάλωσε και ζει στην Αθήνα, αν και, ως ταξιδιάρικη ψυχή, έχει ζήσει τα τελευταία χρόνια στην Αυστραλία, στην Ινδία και στην Αγγλία. Τελείωσε πρόσφατα τις σπουδές του στις Καλές Τέχνες και περνά τον ελεύθερό του χρόνο ζωγραφίζοντας και κυνηγώντας εκδοτικούς οίκους για να κοιτάξουν τα ποιήματά του. Δουλεύει σε γκαλερί στο κέντρο της Αθήνας.
**Αναδημοσίευση από Το Παράθυρο στο https://toparathyro.com/2016/07/02/χριστοφοροσ-μποτσησ-τρια-ποιηματα/

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s