Ρω Νικολάου, Ποιήματα

000032

Η μουσική ανάβει σκοτεινά δέντρα
σε ξένες χώρες σπαρμένα μεγαλωμένα
κι αφημένα στον ίσκιο τους.

Μ’ ένα καυτό σπαθί μέσα από φωτιά που καίει αγνοημένη στα απομεινάρια
κάποιου πολέμου κόβω τα σκοινιά του χαμηλοτάβανου ουρανού. Απομακρύνεται
σαν αερόστατο. Τα λόγια τρέχουν ξωπίσω του.

Στις πόλεις που έζησα δόθηκα
χωρίς ψιμύθια. Φιλούσα
κι έτρωγα το χιόνι τους
ακόμα κι όταν μαύριζε
από τις σειρές των ανθρώπων
που γύρευαν
το ένα φουντούκι ζωής.
             
Μ’ ακολουθούσαν το ζεστό σχήμα
ενός δέντρου 
και τα ματογυάλια της γιαγιάς.
Εξέπεμπαν κοφτερό φως
όταν το σύμπαν ερήμωνε.
s

Στην ίδια θέση βρίσκομαι
συλλέγω αντικατοπτρισμούς
από το λειμώνα των νεκρών
κι από τη ζώσα γη.

Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό.

Σειρά από άδειες λάμπες
με παρατηρούσαν όλη νύχτα.

Ξένο σκοτάδι άλαλο καρφί
ο ορίζοντας σαρώνει
τ’ όνομά μου.

Το παράθυρο σιγοτραγουδά:

όμορφος φράχτης με τα σάπια φύλλα του
όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά.

Με τρόπαια
ώμο άδειο μισοπνιγμένο
ένα σκυλί σκαρφαλωμένο στην καρδιά
να γαβγίζει στον αχό του φόβου
κι ένα πουλί κατάσαρκα να κρώζει 
βγήκε έξω απ’ το κάστρο των ανθρώπων.

Με δρασκελιές, ονόματα σβήνει όπως τις γόπες.
(Καθώς διαλύεται ο καπνός γαντζώνονται 
πάνω του θηράματα επιθυμιών 
ξεδιάντροπα σηκώνουν το λιγοστό τους ρούχο.) 

*

“Δεν τα ‘νιωσα όλ’ αυτά
μόνο τα έζησα 
όχι εγώ
ο δύστροπος μου ύπνος”.

Θρόισμα βαδίσματος 
στη σπειροειδή μνήμη της ακοής 
νανούρισμα χαμηλωμένο απ’ τη λύπη
τoυ κρατούνε συντροφιά

και ‘κει προς το πρωί κοιμάται.

*

Κόκκινη βροχή στο στήθος τον ξυπνά 
γραναζιών στριγγές φωνές χωρίς φθόγγους 
ούτε απόχρωση καμιά της σκέψης.

*

Τρεις ίσκιοι χαρακώνουν την ερημιά.
Οι δυο με τη σκιά τους
κι ο τρίτος 
μικρός πετούμενος

με το παραμιλητό του.

“Λίλια για πάντα”

Τρέχω αχ φίλε μου
με το πρόσωπο ακάλυπτο
μες στους ανθρώπους
μεγεθυσμένα στην άσφαλτο
των σκιών τους τα χέρια
ασθμαίνουν φριχτά.

Κλωτσάω ώρες μέρες χρόνια

στον άσπρο ορίζοντα ορμάω
μόνο εσένα θ’ αφήσω
τις ουλές μου ν’ αγγίξεις

ακολούθα με φίλε μου.

Κράτησα
στην άγρια στην άγρια
επίθεση κράτησα
σφιχτά το φως σου

άγριες ώρες σκυλιά
κάτω από τ’ ανήλιαγα κορμιά
σε Σένα Βολόντια
προσευχήθηκα.

Μόνο μαζί σου
η γκρίζα της πόλης
ηχώ στις παγωμένες ταράτσες
γίνεται κάλεσμα γλυκό
κι ανάσες αγκάλης

φίλε μου

βάλε τα φτερά σου.

*Η εικόνα της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο http://diffusedlight.blogspot.com

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s